Thursday, July 26, 2007

μια συνέντευξη που έδωσε ο Καντάφι το 2004.

Libya's Muammar Kaddafi on Iraq, the war on terror and Pan Am 103 ‘Now We Understand Each Other’ WEB EXCLUSIVE By Daniel Klaidman March 05, 2004

March 5 - The news stunned

Mideast diplomats: Late last year, Libyan leader Muammar Kaddafi abruptly announced that he had agreed to terminate his country’s weapons-of-mass-destruction program. Kaddafi's decision was the culmination of months of secret diplomacy between the United States, Britain and Libya. As part of Kaddafi's rapprochement with the West, his government accepted responsibility for the 1988 bombing of Pan Am Flight 103, in which 270 people died. The Libyan leader has also renounced support for terrorist organizations he had backed for decades, including the Irish Republican Army and various militant Palestinian groups.

Earlier this week, Delaware’s Sen. Joseph Biden paid a visit to Libya, where he met with Kaddafi and addressed the country's People's Congress. Biden praised Kaddafi for his recent moves, but prodded him to make more reforms and move his country toward democracy. But old habits die hard in Arab dictatorships. The "leader of the great Al-Fateh Revolution," as he is known, still clings steadfastly to the strange ideology contained in his Green Book, a blend of Nasserite socialism, Islamic law and desert folk wisdom. After meeting with Biden at his sprawling residence on the Mediterranean coast town of Sirte, Kaddafi spoke through a translator with NEWSWEEK’s Daniel Klaidman and two other U.S. reporters. Excerpts:

QUESTION: Given all the changes in Libya, do you still consider your Green Book the guide for Libyans today?

Muammar Kaddafi: I would consider [it a guide] for the whole of humanity not just Libya. The whole world one day will be made Jamahiriya [a word Kaddafi uses interchangeably with Libya that translates roughly as "gathering of the masses’’]. People everywhere now are actually marching to have equality and one day they will assume authority, they will assume power. In their march they will topple down all the governments, all the parties, all the parliaments and the parties and rulers and governments I would say that the Green Book is the guide for the emancipation for the whole humanity, not just for Libya.

The Bush administration has suggested that your decision to end your weapons program was influenced by the invasion of Iraq and the toppling of Saddam Hussein. Is this true?

We started this program a long time before the problem of Iraq and before the invasion of Iraq. We made our own assessment and analysis of the current world situation, and we have come to the conclusion that the solution is to take such a decision. We can't go forward, and we can't go ahead having this program.

As part of your internal reforms, will Islamic political organizations be permitted to operate in Libya?

I would say that there isn't any justification or reason for that. The people themselves have the authority to express themselves in the congresses--in the People's Congresses. Furthermore, we don't want to [involve] Allah our God in the affairs of things like infrastructure and sewage. This is policy. Allah our God is another matter, another thing.

You just met with two delegations of members of the U.S. Congress: a U.S. senator and a delegation from the House. How do you see the future of relations between Libya and the United States?

We are very optimistic, hopeful, that we are able to understand each other. The problem before was that we didn't have a chance--we did not sit down for dining or talking. Now we are able to understand each other.

Your government has recently accepted responsibility for the bombing of Pan Am 103. That's a legal statement and a political statement. But in your heart, do you believe that the government of Libya was responsible for this act of terror?

What was buried was buried and we don't want to dig it up. It's all in the past.

Last night in your speech you talked about Libya rejoining the Barcelona Initiative [on the development world]. Do you want also as part of this to have relations with Israel--or this is not in your plans?

About Israel, our opinion is very much stipulated in the White Book, namely the establishment of Isratine [Kaddafi's initiative to combine Israel and the Palestinian areas into a single entity]. This should let us rest and have one country, one state together.

The Bush administration has praised you for cooperating in the war on Al Qaeda. Can you give us one example of something your government has done, your intelligence agencies have done, to win a battle against Al Qaeda, lead to an arrest or foil a plot?

The terrorism or terror is the enemy of all of us, not the enemy of America. So when we fight terrorism we do that for our own selves.

Monday, June 4, 2007

Ενας κόσμος στα μέτρα μας...

Με άφθονο χιούμορ και εκλαϊκευμένη περιγραφή, ο Μπιλ Μπράισον μάς εξηγεί πολύπλοκα θέματα
Tου Ματθαιου Τσιμιτακη
Μπιλ Μπράισον Μια μικρή ιστορία περί των πάντων (σχεδόν) μτφρ. Ανδρέας και Τεύκρος Μιχαηλίδης εκδ. Πόλις
Ο Μπιλ Μπράισον (Bill Bryson) δεν είχε ιδέα από επιστήμη. Δημοσιογράφος, συγγραφέας ταξιδιωτικών άρθρων και χιουμοριστικών βιβλίων, δεν είχε καν αμιγείς λογοτεχνικές φιλοδοξίες. Ηθελε απλώς να είναι ευχάριστα. Στο βιβλίο του «Μικρή ιστορία περί των πάντων (σχεδόν)» κατάφερε όμως να γίνει τόσο ευχάριστος στο ευρύ κοινό (αλλά και την επιστημονική κοινότητα) ώστε να θεωρείται σήμερα εξίσου γνωστός με τους Beatles και να σαρώνει τα βραβεία με αποκορύφωμα το βραβείο Ντεκάρτ που απονέμει η Ευρωπαϊκή Ενωση στα καλύτερα ερευνητικά προγράμματα της χρονιάς και στις καλύτερες απόπειρες μετάδοσης της επιστήμης στο ευρύ κοινό (με βιβλίο, διάλεξη ή ταινία). Η «Μικρή ιστορία περί των πάντων (σχεδόν)» είναι η αριστοτεχνικά γραμμένη απόπειρα ενός αδαούς να καταλάβει τον κόσμο μέσα από την επιστήμη και τις αφηγήσεις της γι’ αυτόν. Ταυτόχρονα είναι ένας συναρπαστικός οδηγός στην ιστορία και τις σύγχρονες θεωρίες της επιστήμης. Επιστρατεύοντας άφθονο χιούμορ (για το οποίο ήταν ήδη γνωστός από τα ταξιδιωτικά του κείμενα) ο Μπράισον γράφει για εξαιρετικά πολύπλοκα και δύσκολα θέματα όπως η κοσμολογική θεωρία του big bang, η κατανόηση του κυττάρου, τα σούπερ νόβα και οι μαύρες τρύπες. Καταφέρνει, όμως, χρησιμοποιώντας ασταμάτητα παρομοιώσεις, ιστορικές και προσωπικές αναφορές αλλά κυρίως φέρνοντας τα γιγαντιαία κοσμολογικά ή τα απειροελάχιστα βιολογικά μεγέθη του κόσμου μας στα γνωστά μας ανθρώπινα μέτρα, να δημιουργεί κατανοητές και εύληπτες εικόνες. Η αφήγησή του είναι τόσο διασκεδαστική ώστε να μη διαφέρει και πολύ από τις ιστορίες ή τα ανέκδοτα που ακούει κανείς σε μια ταβέρνα και μετά τρέχει μειδιώντας να μεταφέρει στους φίλους του. Νεολαία... εξωγήινων Μερικά παραδείγματα; Γνωρίζετε ότι το 80% των φυτών και των ζώων της Αυστραλίας δεν συναντώνται πουθενά αλλού παρά μόνον εκεί; Κατά τον 19ο αιώνα ένας φυσιοδίφης έπιασε ένα εξαιρετικά σπάνιο είδος ζώου που μοιάζει με ποντίκι και γουρούνι. Πείνασε όμως και έφαγε το σπάνιο αυτό δείγμα με αποτέλεσμα από τότε κανείς να μην έχει ξαναδεί ποτέ αυτό το ζώο. Γνωρίζετε ότι για να φτάσει κανείς στο κέντρο του γαλαξία μας θα έπρεπε να ταξιδέψει με την ταχύτητα του φωτός, για περισσότερο χρόνο από όσο υπάρχει το ανθρώπινο είδος συνολικά στη Γη; «Φυσικά δεν αποκλείεται κάποιοι εξωγήινοι να είναι σε θέση να διανύσουν δισεκατομμύρια χιλιόμετρα και έτσι για πλάκα να ανεγείρουν ακατανόητα κυκλικά μνημεία στη Νότιο Αγγλία, ή να κόβουν τα ήπατα αθώων φορτηγατζήδων σε κάποιον έρημο δρόμο της Αριζόνα. Στο κάτω κάτω, θα έχουν και οι εξωγήινοι νεολαία», γράφει αστειευόμενος ο Μπράισον θέλοντας να δείξει την παράνοια όσων πιστεύουν στους εξωγήινους. Ελκυστικές ιστορίες Ο ίδιος λέει ότι έγραψε το βιβλίο γιατί δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένος από τις επιστημονικές του γνώσεις. Λέει ότι η επιστήμη ήταν γι’ αυτόν απόμακρη και μυστήρια, αφού βιβλία και δάσκαλοι δεν κατάφερναν να πυροδοτήσουν το ενδιαφέρον μέσα του γι’ αυτήν, κυρίως επειδή ποτέ δεν έμπαιναν στα «γιατί», «πώς» και «πότε». «Ενιωθα σαν οι συγγραφείς αυτών των βιβλίων να ήθελαν να κρατήσουν όλο το καλό υλικό μακριά από εμένα, διατηρώντας το απύθμενα ψυχρό, χωρίς καθόλου πλοκή ή συναίσθημα». Ο ίδιος βεβαίως κάνει το ακριβώς ανάποδο. Περιγράφει λ.χ. τον Βούλγαρο αστροφυσικό Zwicky, τον άνθρωπο που ανακάλυψε τα supernova πριν και από αυτόν τον Οπενχάιμερ, σαν ένα δύστροπο, επιθετικό νευρωσικό που εφέρετο βίαια στους συνεργάτες του, με αποτέλεσμα αυτοί να κρύβονται όποτε αυτός έφθανε στο πανεπιστήμιο. Σε μια δημιουργική αναλαμπή (αφού οργανωτικά ήταν απερίγραπτος) έκανε μια τεράστια ανακάλυψη στην οποία κανείς δεν έδωσε σημασία, λόγω του χαρακτήρα του. Και για τον μεγαλύτερο αστρονόμο του 20ού αιώνα όμως, τον Hubble, αναφέρει ότι δεν γνώριζε τις θεωρίες του Αϊνστάιν. «Ηταν πολύ καλός παρατηρητής, αλλά όχι και στοχαστής», αναφέρει ενδεικτικά και προσθέτοντας μια συναισθηματική νότα αναφέρει: «Για λόγους που περιβάλλονται από μυστήριο, η σύζυγός του αρνήθηκε να του κάνει μια κανονική κηδεία και δεν αποκάλυψε ποτέ τι απέγινε το σώμα του. Μισόν αιώνα αργότερα είναι άγνωστο πού βρίσκονται τα οστά του κορυφαίου αστρονόμου. Αν αναζητήσετε κάποιο μνημείο του, θα πρέπει να στρέψετε τα μάτια στον ουρανό και στο διαστημικό τηλεσκόπιο που φέρει τιμητικά το όνομά του». Ευχάριστο και ακριβές Σε κάθε περίπτωση, όμως, όσο ευχάριστο παραμένει το κείμενό του άλλο τόσο παραμένει ακριβές. Τις 649 σελίδες του συνοδεύουν οκτώ σελίδες βιβλιογραφίας και 648 παραπομπές σε επιστημονικά άρθρα, δημοσιεύματα, βιβλία. Ούτε ένα «και» δεν είναι γραμμένο στην τύχη. Γι’ αυτό ίσως, αρκετά πριν από το βραβείο Ντεκάρτ, ο Μπράισον είχε κερδίσει το βραβείο Αventis και είχε δωρίσει τα χρήματα σε παιδιατρικό νοσοκομείο. Αργότερα, όταν τον βράβευσε ξανά η Royal Society, αυτός επανέκαμψε στο χιούμορ του επιστρέφονας ένα ποσό για να κεράσουν όλους τους υπαλλήλους της. «Πραγματικά ποτέ κανείς δεν έχει ξαναβραβευθεί τόσο γενναιόδωρα για το γεγονός ότι είναι άσχετος», είχε δηλώσει τότε. Σε πολλά κεφάλαια του βιβλίου του δεν σταματά να υπογραμμίζει πόσο λίγα είναι αυτά που γνωρίζει η επιστήμη για τη φύση του κόσμου μας και πόσο πολλά μένουν ακόμα να κατανοηθούν. Κλείνει όμως με όλες τις ζημιές που έχει προξενήσει ο άνθρωπος. «Υπάρχουν γεγονότα που επιδεικνύουν τη θεϊκή και εγκληματική ταυτόχρονα φύση του ανθρώπου – ενός είδους ικανού να διαλευκάνει τα μεγαλύτερα μυστήρια των ουρανών, ενώ συνάμα οδηγεί στον αφανισμό, δίχως κανένα λόγο, πλάσματα που ποτέ δεν τον έβλαψαν». Διαβάστε λοιπόν την «Μικρή ιστορία περί των πάντων (σχεδόν)». Αν μη τι άλλο, θα γελάσετε με την ψυχή σας.

Η ζωή μετά το Αουσβιτς

Ο θάνατος του έρωτα και ο έρωτας του θανάτου σε ένα στιγματισμένο κόσμο
Της Τιτικας Δημητρουλια
Liane Dirks Κι ο έρωτας; μτφρ. Νίκη Eideneier εκδ. University Studio Press
Μια Πολωνοεβραία επιζεί από το Αουσβιτς, επιστρέφει στη χώρα της και προσπαθεί να μάθει και πάλι να ζει. Ενας νεαρός Γερμανός, γιος ενός από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες - προπαγανδιστές του Γ΄ Ράιχ, μεγαλωμένος ανάμεσα στον Χίτλερ και τον Γκαίμπελς, θέλει να αθωώσει τον πατέρα του, αποδεικνύοντας ότι πολλοί από τους ιδεολογικούς και φυσικούς υπεύθυνους του Ολοκαυτώματος ζουν και βασιλεύουν μετά τον πόλεμο, με την ανοχή κάποιων από τους Συμμάχους και της νέας Γερμανίας. Τους ενώνει ένας δύσκολος έρωτας. Μια νεαρή συγγραφέας, η Ντιρκς (1955), αναλαμβάνει να καταγράψει τις αναμνήσεις της γυναίκας αυτής και να διερευνήσει τη δυνατότητα του έρωτα μετά το Αουσβιτς. Να μιλήσει δηλαδή στην πραγματικότητα για τον θάνατο του έρωτα και τον έρωτα του θανάτου μέσα σε έναν κόσμο ανεξίτηλα στιγματισμένο από ένα κοινότοπο Κακό, που απλώνεται πολύ πέραν του πεδίου των ηττημένων ναζιστών. Πραγματική ιστορία Η Κρίστινα Τσιβούλτσκα επέστρεψε από το Αουσβιτς, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά, το σατιρικό της έργο τής χάρισε την αγάπη του κοινού σε ολόκληρο το ανατολικό μπλοκ, ο διπλωμάτης άντρας της της έκανε τη ζωή εύκολη. Εγραψε ένα από τα πρώτα βιβλία για το Αουσβιτς, που κάποια στιγμή αποσύρθηκε από τις προθήκες του μουσείου μέσα στον χώρο του στρατοπέδου. Και ακολούθησε τον γιο του Φάιτ Χάρλαν, Τόμας, τον Αντρέας Χέρκινγκ του βιβλίου, αποδεχόμενη με απόλυτη φυσικότητα την αβεβαιότητα, τις ταπεινώσεις, την ένταση και την απόλαυση που της χάριζε η ζωή μαζί του. Εκαναν μαζί ένα θεατρικό και παραλίγο ένα βιβλίο, για τους ναζιστές, όπως ο Αϊχμαν, που συνέχιζαν τη ζωή τους ανενόχλητοι. Βρήκαν αξεπέραστα εμπόδια στην έκδοσή του, σιγά σιγά η σχέση τους ξέφτισε. Η Τσιβούλτσκα ακολούθησε τη μοίρα των υπολοίπων 20.000 Εβραίων που διώχτηκαν το 1968 από την Πολωνία. Και αυτή την ταραχώδη ζωή της, μέσα στη φρίκη του στρατοπέδου και έπειτα από αυτήν, την αφηγήθηκε πριν πεθάνει στην Ντιρκς. Σε μια πρώτη ανάγνωση του βιβλίου, που κινείται ανάμεσα στο μυθιστόρημα με κλειδιά και τη μαρτυρία, η ζωή και ο έρωτας μοιάζουν να κυριαρχούν επί του θανάτου και η ζωντάνια και το πείσμα της Κρίστινα Τσιβούλτσκα μοιάζουν να ορίζουν ένα τοπίο ελπίδας. Ο αναγνώστης μένει εντούτοις με μια γεύση στάχτης στο στόμα. Διαβάζει μέσα από τις γραμμές μια άλλη ιστορία: η Κρίστινα αποδύεται σε μια απελπισμένη αναζήτηση των αισθήσεων, των αισθημάτων, μιας δικαίωσης, που της ξεφεύγουν διαρκώς μέσα από τα δάχτυλά της. Οι σχέσεις της λειψές και μισερές, φορτωμένες ανομολόγητες ενοχές και τύψεις, σαν αυτές που διατηρεί με τους οικείους της· θολές και τεταμένες, σαν αυτή που τη συνδέει με τον νεαρό Γερμανό, της οποίας τα μόνα σαφή περιγράμματα ορίζονται από τη σαρκική έλξη, επιβεβαιώνουν τη φυσική ύπαρξη. Το παρελθόν του Αουσβιτς, ο διαρκής εφιάλτης, προκαλεί μια παλινδρομική κίνηση έλξης - άπωσης που επικαθορίζει τη ζωή της. Γιατί η ζωή, ο έρωτας, η ποίηση, ο Θεός συνέχισαν να υπάρχουν και μέσα στην έσχατη θηριωδία, και ύστερα από αυτήν, ως οιονεί αντίδοτα στον θάνατο – που έχει εγκατασταθεί όμως ανεπιστρεπτί μέσα στον βαθύτερο πυρήνα τους. Συνειδητές επιλογές Η συνάντηση με τον ναζιστή - πατέρα, το πάθος για τον γιο, η στράτευση σε μια υπόθεση με αμφιλεγόμενο αποτέλεσμα όσον αφορά την καταδίκη των χιτλερικών, όλες οι κινήσεις και οι επιλογές της Τσιβούλτσκα μοιάζουν μαζί συνειδητές όσο και ανώδυνες, υπό την έννοια ότι κάθε όριο οδύνης και άλγους μετά το Αουσβιτς έχει οριστικά καταλυθεί. Η ζωή είναι ιερή όσο και άσκοπη και το Κακό αήττητο. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν καταφέρνουν ούτε καν να ξορκίσουν τον αντιεβραϊσμό, όχι να επιβάλουν τον σεβασμό της ανθρωπινότητας. Ο έρωτας της Κρίστινα για το «ηλιογέννητο παιδί» του Γκαίμπελς, τον Χάρλαν τον νεότερο, είναι στην πραγματικότητα ένας έρωτας θανάτου. Διότι ο έρωτας της ζωής αναλώθηκε στην τρυφερότητα της αποδοχής του μοιραίου, στην ένωση των σωμάτων εν κενώ μέσα στο ίδιο το εργαστήρι του «μάστορα από τη Γερμανία», μέσα στο Αουσβιτς. Η Κρίστινα είναι καταδικασμένη να είναι για πάντα μια Πολωνέζα Εβραία-άλλοθι, απούσα εν τη παρουσία της. Ακόμα και οι λέξεις δεν αποδίδουν παρά τον αχνό απόηχο μιας εμπειρίας που διαφεύγει κάθε έκφραση. Κατηγορία προδοσίας Για την ιστορία: ο Τόμας Χάρλαν περιπλανήθηκε στην Ευρώπη, στρατεύτηκε στον αντιεξουσιαστικό χώρο και το 2000 εξέδωσε ένα κείμενο παράλληλο προς αυτό της Ντιρκς, τη «Ρόζα», ένα μυθιστόρημα για την εξόντωση των Εβραίων στην Πολωνία. Στο Ιδρυμα Φελτρινέλλι εξακολουθούν να υπάρχουν τα δελτία για το βιβλίο που θα έγραφε –μαζί με την Τσιβούλτσκα προφανώς– για τους διαφυγόντες ναζιστές. Το Ιδρυμα σημειώνει ότι μέσα από τη δουλειά αυτή «προσήχθησαν περισσότεροι από 2.000 εγκληματίες πολέμου που συνέχιζαν τη ζωή τους στη Γερμανία», ενώ ο Χάρλαν αντιμετώπισε την κατηγορία της παράδοσης απορρήτων εγγράφων στα πολωνικά ΜΜΕ.

Kαθημερινή 13 - 05 - 07

Τα συναισθήματα έχουν τη δική τους ιστορία

Το μίσος, ο φθόνος, η θλίψη εκδηλώνονται διαφορετικά στο πέρασμα του χρόνου και ανάλογα με το κοινωνικό περιβάλλον
Του Χαρη Εξερτζογλου*
H γλώσσα του συναισθήματος έχει μια σταθερή παρουσία στη ζωή μας. Από την τηλεόραση και τα έντυπα μέχρι τη διαφήμιση κατακλυζόμαστε από αναφορές που απευθύνονται στα συναισθήματά μας. Δεν πρόκειται μόνο για επικοινωνιακό επιφαινόμενο. Αμέτρητες καταστάσεις, από τη διαχείριση οικογενειακών διαφορών, συλλογικών και ατομικών στάσεων, μέχρι συμβάντα που αφορούν τις ευρύτερες και μη άμεσα ελεγχόμενες συνθήκες μέσα στις οποίες βιώνουμε, όπως οι πολεμικές συρράξεις της τελευταίας δεκαπενταετίας αλλά και ο πυρηνικός τρόμος της ψυχροπολεμικής εποχής, παραπέμπουν στην ισχυρή θέση των συναισθημάτων στην ανθρώπινη εμπειρία. Το μίσος, ο φόβος, ο φθόνος, η θλίψη, η επιθυμία αποτελούν στοιχεία της ανθρώπινης κατάστασης διότι οργανώνουν στάσεις ζωής, επιδρούν στις αποφάσεις μας, διαπλέκονται με το λογικό μας, επιβάλλονται πάνω μας. Η διαπίστωση αυτή δεν θα ήταν πρόβλημα αν οι κοινωνίες μας δεν είχαν γαλουχηθεί με την πεποίθηση ότι τα συναισθήματα και η λογική αποτελούν διαφορετικές και συνήθως αντιθετικές καταστάσεις. Η σχέση με τη λογική Ωστόσο, μέχρι τη σύγχρονη εποχή -από τον Αριστοτέλη και τον Αυγουστίνο μέχρι τον Καρτέσιο και τον Hobbes- η σχέση ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα έχει κατανοηθεί, με διαφορετικούς τρόπους, που δεν εστιάζονταν μόνο στην αντίθεση αλλά και την αλληλοτροφοδοσία. Η πεποίθηση της μεταξύ τους αντίθεσης φαίνεται πως κερδίζει έδαφος από τα τέλη του 18ου και κυρίως κατά τον 19ο αιώνα όταν, επιπλέον, συμπληρώνεται με τη βεβαιότητα ότι τα συναισθήματα αποτελούν μέρος της ανθρώπινης φύσης. Η τοποθέτηση των συναισθημάτων στο σώμα, η φυσικοποίησή τους, ενθάρρυνε την επιστημονική ενασχόληση με αυτά. Η δυτική ιατρική επιστήμη του 19ου αιώνα κατέστησε τα συναισθήματα αντικείμενο έρευνας μέσα από τις διακριτές ειδικεύσεις της κατά την περίοδο αυτή. Από τη φυσιολογία και τη νευρολογία μέχρι την υγιεινή, τα συναισθήματα αντιμετωπίσθηκαν ως μέρος του ανθρώπινου οργανισμού, η ενότητα του οποίου μπορούσε να κατανοηθεί με την πρόοδο της ιατρικής γνώσης. Η θέση των συναισθημάτων στα όργανα του σώματος, η επίδραση των πρώτων στα δεύτερα και το αντίστροφο υπήρξε αντικείμενο μεγάλων συζητήσεων στο χώρο της ιατρικής. Ο ρόλος της ψυχολογίας Η εμφάνιση των ψυχοεπιστημών κατά την ίδια περίοδο, κυρίως της ψυχολογίας, έδωσε νέους προσανατολισμούς στην κατανόηση των συναισθημάτων. Τα συναισθήματα πλέον, όχι μόνο αναλύονται καθαυτά με εργαστηριακές μεθόδους, αλλά καταγράφονται και ταξινομούνται μέσα από την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών και ουδέτερων, υποτίθεται, μηχανημάτων που σύντομα απέκτησαν και εξωεργαστηριακές εφαρμογές, όπως οι ανιχνευτές ψεύδους. Η πεποίθηση ότι ο εγκέφαλος δεν φιλοξενεί απλώς τα συναισθήματα αλλά τα παράγει προέρχεται από τη νεότερη νευρολογία, η οποία στο πλαίσιο μιας σύγχρονης φυσικαλιστικής στροφής έχει βαλθεί να αποδείξει ότι οι ανθρώπινες συμπεριφορές και τα συναισθήματα ανάγονται στη βιολογική υποδομή του ανθρώπινου οργανισμού. Οι παραπάνω προσεγγίσεις δεν υπήρξαν απαραίτητα αρραγείς, στο βαθμό που δέχτηκαν κριτική στο εσωτερικό των πειθαρχιών που τις παρήγαγαν. Ομως, από τον 19ο αιώνα και μετά διαμόρφωσαν έναν κυρίαρχο τρόπο κατανόησης των συναισθημάτων τοποθετώντας τα στο ανθρώπινο σώμα. Η φυσικοποίηση των συναισθημάτων ισοδυναμούσε με την πεποίθηση ότι αυτά αποτελούν μέρος της δομής του ανθρώπου ως όντος, επομένως εγγράφονται σε μια διαχρονική ανθρώπινη φύση που ισχύει για όλους τους ανθρώπους. Νέα προσέγγιση Απέναντι στην παράδοση αυτή, στις ρητές και άρρητες επιστημολογικές της παραδοχές, αναπτύχθηκε κατά τις τελευταίες δεκαετίες ένας ισχυρός αντίλογος, που στηρίζεται στην υπόθεση ότι αντί να θεωρήσουμε δεδομένη τη φυσική υπόσταση των συναισθημάτων, θα πρέπει να εξετάσουμε πώς αυτά παράγονται ιστορικά, πολιτισμικά και κοινωνικά. Υπήρχαν πολλοί λόγοι που οδήγησαν σε αυτή τη στροφή - ανάμεσά τους ότι διαπιστώθηκε εξαιρετική αστάθεια στο τι ακριβώς μετρά ως συναίσθημα σε σχέση π.χ. με τη διάθεση ή τα σωματικά ερεθίσματα. Ομως οι συνέπειές της δεν ήταν απλές. Τοποθετώντας τα συναισθήματα στη σφαίρα του πολιτισμού, και όχι της φύσης, η καθολική και διαχρονική υπόστασή τους αμφισβητείται. Οι άνθρωποι μπορεί να φοβούνταν το Μεσαίωνα όπως αισθάνονται και δηλώνουν ότι φοβούνται και σήμερα, αλλά δεν πρόκειται για την ίδια συναισθηματική κατάσταση. Πρόκειται απλώς για τη χρήση της ίδιας λέξης -φόβος-, που όμως μεταφέρει διαφορετικές συναισθηματικές συνδηλώσεις. Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την πηγή του φόβου. Δεν είναι απλώς η χρονική απόσταση που χωρίζει την πανώλη του Μεσαίωνα από το έιτζ της ύστερης νεωτερικότητας, αλλά η επένδυση αυτών των καταστάσεων με διαφορετικό ηθικό και γνωστικό περιεχόμενο που συνιστά τη διαφορά. Ο φόβος απέναντί τους συμπυκνώνει τις αγωνίες και τις αβεβαιότητες των υποκειμένων για την ύπαρξή τους μέσα σε διαφορετικά πολιτισμικά συμφραζόμενα. Επομένως τα συναισθήματα δεν υπάρχουν αφ' εαυτά δεν προκύπτουν αυθόρμητα, αλλά αποτελούν μέρος της κοινωνικής διάδρασης που με τη σειρά της είναι πολιτισμικά προσδιορισμένη. Διαφορές στην εκδήλωση Επιπλέον, μέσα από τη γνώση των μη δυτικών κοινωνιών που προσφέρει η Κοινωνική Ανθρωπολογία μπορεί να υποστηριχθεί ότι διαφορετικοί πολιτισμοί, συγχρονικοί μεταξύ τους, διαμορφώνουν διαφορετικές συναισθηματικές δομές απέναντι στις ίδιες καταστάσεις. Το συναίσθημα δεν είναι μια οικουμενική αλλά μια πολιτισμικά προσδιορισμένη κατάσταση, η οποία παράγεται ως τέτοια ανεξάρτητα από τις υπαρκτές σωματικές εκδηλώσεις των συναισθηματικών εκδηλώσεων, που επίσης μπορούν να διαφέρουν από πολιτισμό σε πολιτισμό. Στη βάση αυτής της αφετηρίας, πολλοί κοινωνικοί επιστήμονες έχουν ασχοληθεί με τα συναισθήματα κατά τις τελευταίες δεκαετίες, προσπαθώντας να δείξουν ότι αυτά ανήκουν μάλλον στη σφαίρα του πολιτισμού, παρά σε αυτήν της φύσης. Επομένως, προβληματοποιούν τα συναισθήματα μέσα στις πολιτισμικές και ιστορικές συνθήκες της επιτελεσής τους. Ειδικότερα, από την πλευρά της ιστορίας, το ενδιαφέρον αυτό έχει πρόσφατα ενισχυθεί με μια σειρά από μελέτες και μονογραφίες που δείχνουν τις μεγάλες δυνατότητες που υπάρχουν στον απαιτητικό αυτό τομέα. Ζητήματα διερεύνησης Η κατανόηση της ιστορικότητας των συναισθημάτων, η καταγραφή των διαφορετικών συναισθηματικών καταστάσεων που αναγνωρίζει η κάθε κοινωνία, αποτελούν σήμερα κεντρικά ζητήματα διερεύνησης. Ωστόσο, είναι αδύνατο να παρακαμφθεί η διεπιστημονική διάσταση του προβλήματος, στο μέτρο που επιστήμονες από άλλες κοινωνικές επιστήμες έχουν ταυτόχρονα κινηθεί προς την ίδια ερευνητική κατεύθυνση και τα πορίσματα των εργασιών τους είναι πολύτιμα. Το συνέδριο που οργανώνει το περιοδικό Ιστορείν με τίτλο «Συναισθήματα: ιστορία, αναπαραστάσεις, πολιτικές», έχει ως στόχο να αναδείξει τον προβληματισμό που έχει αναπτυχθεί στο χώρο της ιστορίας και των κοινωνικών επιστημών. Εξασφαλίζοντας τη συμμετοχή ιστορικών, ανθρωπολόγων, φιλοσόφων κ.ά., καθώς και την παρουσία ορισμένων κορυφαίων ακαδημαϊκών, όπως του Peter Stearns, της Mariella Pandolfi, του Gil Anidjar, της Luisa Passerini και άλλων, φιλοδοξεί να προσφέρει στην ελληνική πανεπιστημιακή κοινότητα, αλλά και το ευρύτερο κοινό, ένα χώρο προβληματισμού και συζήτησης για ένα ζήτημα που αφορά το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Διεθνές συνέδριο με συμμετοχή 64 επιστημόνων Τα συναισθήματα δεν είναι μόνο ατομικά. Αφορούν -και χαρακτηρίζουν- κοινωνίες ολόκληρες ή ομάδες ατόμων και διαμορφώνονται, κάθε φορά, από πολλούς και διαφορετικούς παράγοντες. «Περί συναισθημάτων: ιστορία, πολιτικές, αναπαραστάσεις» είναι ο τίτλος του 3ου διεθνούς συνεδρίου που φιλοξενείται στην Αθήνα στις 18, 19 και 20 Μαΐου, με διοργανωτή το ιστορικό περιοδικό «Historein». Επί τρεις ημέρες επιστήμονες απ' όλο τον κόσμο, θα συζητήσουν για τους συλλογικούς φόβους και τα δημόσια πάθη, για τα πάθη των ανθρώπων στη διάρκεια της ιστορίας και πώς αυτά ιστορικοποιούνται, για την πολιτική παραγωγή του συναισθήματος και την εθνική τους διαχείριση, για τις οπτικές αναπαραστάσεις του συναισθήματος, και τις απεικονίσεις του στην τέχνη. Εξήντα τέσσερις επιστήμονες απ' όλο τον κόσμο (Jorn Rusen, Γερ. Βώκος, Χ. Εξερτζόγλου, Εφη Γαζή, Π. Παναγιωτόπουλος, Αντ. Λιάκος, Εφη Αβδελά, Στ. Πεσμαζόγλου, Α. Παπαταξιάρχης, Ρ. Μπενβενίστε, Ν. Καραπιδάκης, Olivier Zeller, Π. Μπασάκος, Alberto Mario Banti, Carlotta Sorba, κ.ά.) αλλά και ακαδημαϊκοί, ανάμεσά τους οι Peter Stearns, Mariella Pandolfi, Gil Anidjar, Luisa Passerini, κ.ά. θα συγκεντρωθούν στο Αμφιθέατρο «Μεγάρου Διοικητού Θεόδωρου Β. Καρατζά» (στο κτίριο της Εθνικής Τραπέζης, στη οδό Αιόλου 82 - 84) και θα ανταλλάξουν απόψεις για τα συναισθήματα, για το πώς δημιουργούνται και το πώς εκφράζονται στη διάρκεια της ιστορίας των κοινωνιών και των πολιτισμών. Χορηγοί του συνεδρίου είναι η Εθνική Τράπεζα, το Ιδρυμα Λάτση, το Ιδρυμα Κωστοπούλου και οι εκδόσεις «Νεφέλη». * Ο κ. Χάρης Εξερτζόγλου διδάσκει Ιστορία στο τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Η πίστη και το «γονίδιο του Θεού»

Tου Παντελη Mπουκαλα
Πως είχε ανακαλυφθεί και «γονίδιο του Θεού» μαζί με τόσα άλλα που έχουν όντως εντοπιστεί ή έτσι ισχυρίζονται οι ευφάνταστοι ιχνηλάτες τους, δεν το γνώριζα. Το διάβασα στην «Καθημερινή» της περασμένης Κυριακής, σε κείμενο του Ματθαίου Τσιμιτάκη υπό τον τίτλο «Στα χαρακώματα ξανά θρησκεία και επιστήμονες», όπου αναγραφόταν ότι «το 2005 ο εξελικτικός βιολόγος Dean Hamer, ερευνώντας τη γενετική βάση της εξάρτησης από το κάπνισμα, βρήκε αυτό που αποκάλεσε το “γονίδιο του Θεού”»· αν εμπιστευτούμε τις διαβεβαιώσεις του ερευνητή, το γονίδιο αυτό θα δώσει «απαντήσεις για το αίσθημα της θρησκευτικής πίστης και την τάση του ανθρώπου προς την πνευματικότητα». Ο υπότιτλος του κειμένου, «Εξελικτικό ατύχημα θεωρούν οι βιολόγοι την πίστη στον Θεό και αναζητούν απαντήσεις στο εργαστήριο», αναδείκνυε τη μάλλον δογματική βεβαιότητα ενός επιστημονικού κλάδου (ή ορισμένων θεραπόντων του), ενώ το μότο, «Σε 25 χρόνια οι θρησκείες δεν θα προκαλούν κανένα δέος στον κόσμο, λένε οι επιστήμονες», προανήγγελλε, και μάλιστα για το κοντινό μέλλον, έναν κόσμο πλήρως απαλλαγμένο από τους μεταφυσικούς φόβους και το παμπάλαιο άγχος του επέκεινα και του μετέπειτα. Απ’ το στόμα τους και στου Θεού τ’ αυτί, θα μπορούσαν να πουν ακόμα και οι άθεοι και οι αγνωστικιστές, που μάλλον θα διατηρούσαν τις επιφυλάξεις τους μπροστά σε τέτοια αυτοπεποίθηση, όποια επιστημονική αρματωσιά κι αν θέλει να επιδείξει. Δεν είναι η πρώτη φορά που ανακοινώνεται το τέλος της θρησκείας (ή των θρησκειών). Δεν είναι δηλαδή η πρώτη φορά που συγκρούεται ο κόσμος της γνώσης με τον κόσμο της πίστης, του ορθολογισμού με το «μη ερεύνα». Από τη δική του σκοπιά (τη σκοπιά ενός πιστού βέβαιου πως «η θρησκεία είναι εγγενής στη φύση ενός λογικού όντος»), και με αφορμή όσα υποστήριζε, το 1901, ο Γάλλος επιστήμονας Marcelin Berthelot για το τέλος της θρησκείας και τον θρίαμβο της επιστήμης, ο Λέων Τολστόι αποφαινόταν και τα εξής (βλ. το βιβλίο του «Τι είναι θρησκεία», μτφρ. Ματθαίος Βελούδος, Νίκος Στασινόπουλος, εκδ. «Printa», 2003): «Σε κάποιες περιόδους της ύπαρξης των ανθρώπινων κοινωνιών, φτάνει η στιγμή που η θρησκεία απομακρύνεται από το βασικό της νόημα, και κατόπιν παρεκκλίνει ακόμα περισσότερο μέχρι που χάνει κάθε επαφή με αυτό. Στο τέλος, το νόημά της απολιθώνεται στις ήδη καθιερωμένες μορφές και τότε αρχίζει να επηρεάζει ολοένα και λιγότερο τις ζωές των ανθρώπων. [...] Αλλά αυτό που συμβαίνει σήμερα στη χριστιανική κοινωνία μας δεν έχει συμβεί ποτέ στο παρελθόν. Για πρώτη φορά, η μειοψηφία των μορφωμένων ανθρώπων, αυτοί που ασκούν τη μεγαλύτερη επιρροή στις μάζες, όχι μόνο δεν πιστεύουν πια στην υπάρχουσα θρησκεία, αλλά μοιάζουν πεπεισμένοι ότι ο σημερινός κόσμος δεν την έχει ανάγκη. Αντί να προσπαθούν να πείσουν αυτούς που αμφισβητούν την αλήθεια της κρατούσας θρησκείας ότι υπάρχει κάποιο λογικότερο και σαφέστερο δόγμα από το ήδη υπάρχον, προσπαθούν να τους πείσουν ότι η θρησκεία γενικά έχει φτάσει στο τέλος της και γι’ αυτό δεν είναι μόνο άχρηστη, αλλά αποτελεί και ένα επιζήμιο όργανο της κοινωνικής ζωής, σαν το τυφλό έντερο στο ανθρώπινο σώμα. Αυτό το είδος των ανθρώπων δεν κατανοεί τη θρησκεία ως κάτι που είναι γνωστό σε μας μέσω της εσωτερικής εμπειρίας, αλλά ως ένα εξωτερικό φαινόμενο, κάτι σαν ασθένεια που μπορεί να προσβάλει κάποιους ανθρώπους και που μπορούμε να διερευνήσουμε μόνο μέσω των εξωτερικών συμπτωμάτων». Ας αφήσουμε αναπάντητο το ερώτημα για το αν αυτά συνέβησαν πράγματι «για πρώτη φορά» στον καιρό του Τολστόι κι αν υπήρξε ποτέ περίοδος στην ιστορία της ανθρωπότητας όπου οποιαδήποτε θρησκεία διέσωσε για καιρό και για πολλούς το αυθεντικό νόημά της· φαρισαϊσμός υπήρχε ακμαιότατος πολύ πριν ονομαστεί έτσι και ουδέποτε περιορίστηκε γεωγραφικά. Ας αφήσουμε επίσης να εκκρεμεί η υπόθεση του Ρώσου συγγραφέα πως «η μειοψηφία των μορφωμένων ασκεί τη μεγαλύτερη επιρροή στις μάζες», κι ας μείνουμε στη διαπίστωση ότι μέσα σε έναν αιώνα μετακινηθήκαμε από τη «θρησκεία ως ασθένεια» στη «θρησκευτική πίστη ως εξελικτικό ατύχημα παράλογο και κοινωνικά βλαβερό», όπως τη χαρακτηρίζει ο εξελικτικός βιολόγος Ρίτσαρντ Ντόκινς στο βιβλίο του «Η πλάνη του Θεού». Μολαταύτα, οι θρησκείες καλά κρατούν, με τις «ήπιες» ή τις φονταμενταλιστικές εκδοχές τους. «Φωνή Θεού» δεν ακούνε μόνο οι αγιατολάδες της Ανατολής, αλλά και οι παλαιοδιαθηκικής κοπής ηγεμόνες τής κατά τα λοιπά πεφωτισμένης Δύσης. Φυλετικώς μεροληπτικοί οι θεοί, εθνικοποιημένοι, κρατικοποιημένοι και στον τόπο μας ανέκαθεν κομματικοποιημένοι (ως κληρονόμος ολόκληρης παράδοσης δόξασε ο κ. Χριστόδουλος τη «Δεξιά του Κυρίου», αλλά αυτό μάλλον δεν το συνυπολόγισε ο κ. Μίκης Θεοδωράκης όταν μας έδινε την εντολή «να πλένουμε το στόμα μας πριν πιάνουμε το όνομα του αρχιεπισκόπου»), συνεχίζουν το έργο που από αιώνων τους ανέθεσε ο άνθρωπος. Οι κυριότεροι τροφοδότες (με αισθήματα και επιχειρήματα) του αθεϊσμού ήταν πάντοτε οι επί γης εκπρόσωποι των ουρανίων, πολιτικοί και εκκλησιαστικοί, αυτό όμως δεν μειώνει ιδιαίτερα τους πιστούς, ή έστω τους δεισιδαίμονες που δίνουν όνομα θεού στον φόβο ή την αγωνία τους· σωστά το είπε ο Αμερικανός ποιητής Ουώλλας Στήβενς πως αυτό που μετράει δεν είναι ο Θεός αλλά η πίστη. Αν είναι μια φορά δύσκολο να κοπεί το κάπνισμα με ιατρική επέμβαση στο «γονίδιο της νικοτίνης», είναι απείρως δυσκολότερο να εξαφανιστεί από προσώπου γης η θρησκευτική πίστη με κάποια επέμβαση στο «γονίδιο της μεταφυσικής» ή «του Θεού». Ο άνθρωπος δεν είναι μηχανή ή σκέτο άθροισμα γονιδίων, όπως τον θέλουν οι στατικές ερμηνείες αυτού του είδους. Δεν είναι επίσης ένα σάρκινο δοχείο ορμονών, όπως τον θέλουν οι συρρικνωτικές «περιγραφές» του από όσους ερμηνεύουν τον έρωτα, επί παραδείγματι, ή την αγάπη για την τέχνη ή και το ίδιο το χαμόγελο σαν αποτέλεσμα της υπερέκκρισης (ή της υποέκκκρισης, θα σας γελάσω) κάποιας χημικής ουσίας. Πολύμορφο το θρησκευτικό φαινόμενο, έχει αποδειχθεί ανθεκτικότατο επειδή είναι του κόσμου τούτου, όντας μια από τις απαντήσεις που δοκιμάζει ο νους μας στα ερωτήματα που τον τυραννούν για να τον ωριμάσουν. «Ο κοινός νους, που έχει πολλές αυταπάτες σχετικά με τον κόσμο, θα πρέπει βέβαια να επιτρέψει την ανεπιφύλακτη διαφώτισή του από τις επιστήμες», γράφει ο Γερμανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας στο κείμενό του «Πίστη και γνώση» (βλ. το βιβλίο του «Το μέλλον της ανθρώπινης φύσης», μτφρ. Μαρία Τοπάλη, εκδ. Scripta, 2004), συπληρώνει ωστόσο: «Η αναζήτηση έλλογων επιχειρημάτων, που θα στόχευε σε γενική αποδεκτότητα, τότε μόνο δεν θα οδηγούσε σε έναν άδικο αποκλεισμό της θρησκείας από τη δημόσια σφαίρα και δεν θα απέκοπτε την κοσμική κοινωνία από σημαντικές πλευρές της νοηματικής συγκρότησης, εάν και η κοσμική πλευρά διαφύλαττε ένα αισθητήριο για την εκφραστική δύναμη των θρησκευτικών γλωσσών». Οσο βαθύτερα γνωρίζεις οτιδήποτε, ακόμα κι αυτό που το αρνείσαι εκ προοιμίου, τόσο αποτελεσματικότερα μπορείς να οργανώσεις τον έλεγχό του, την αποκαθήλωσή του· να αντιμετωπίζεις το δόγμα με δόγμα και την αυθεντία με αυθεντία δεν είναι ο δοκιμότερος τρόπος. Γι’ αυτό ακριβώς έχουμε ανάγκη την επιστήμη, τη φυσική ιδιαίτερα επιστήμη, από τον καιρό ακόμα που λεγόταν «φυσιολογία». «Ουκ αν εδεόμεθα φυσιολογίας» (δεν θα χρειαζόμασταν τη φυσική επιστήμη) έλεγε ο Επίκουρος, αν δεν μας βασάνιζαν οι φόβοι από τα ουράνια φαινόμενα κι από τον θάνατο, αλλά και η άγνοια του ορίου των αλγηδόνων και των επιθυμιών.

e-mail και μοναξιά

International Herald Tribune
Eχω μια θεωρία. Οσο πιο πολλά e-mail έχουμε τόσο πιο πολλά αντικαταθλιπτικά θα καταναλώνουμε και όσο πιο πολλά αντικαταθλιπτικά κυκλοφορούν τόσο πιο πολλά e-mail θα ανταλλάσσονται. Ισως πρέπει να το εξηγήσω. Πριν από είκοσι χιλιετίες, η επικοινωνία ήταν απλή. Οι έναρθροι ήχοι συνοδεύονταν από μη λεκτικές εκφράσεις: τόνο της φωνής, μορφασμούς, ένα σκούντημα στα πλευρά του συναδέλφου κυνηγού–συλλέκτη για να δοθεί έμφαση στο επιχείρημα. Πριν από είκοσι χρόνια, η επικοινωνία εξακολουθούσε να είναι αρκετά απλή. Μεγάλο μέρος της γινόταν από τηλεφώνου – χωρίς σκουντήματα, βέβαια, αλλά ο τόνος της φωνής βοηθούσε να διακρίνεις, ας πούμε, την ειρωνεία από την πικρή απογοήτευση. Επιπλέον, όταν έκανες μια ερώτηση η απάντηση ερχόταν σε δευτερόλεπτα, και όχι σε λεπτά, ώρες ή ποτέ. Ας μην παρεξηγηθώ. Το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο είναι σπουδαίο. Εχει επεκτείνει αφάνταστα τους κοινωνικούς μου ορίζοντες. Πριν από είκοσι χρόνια σπανίως μιλούσα με πάνω από πέντε ανθρώπους κάθε μέρα. Τώρα συχνά στέλνω e-mail σε δεκάδες κάθε μέρα. Εχω τόσους φίλους! Εντάξει, δεν θυμάμαι τα ονόματά τους. Ομως, είναι αμοιβαίο. Οι πολλοί ηλεκτρονικοί «φίλοι» μου έχουν επίσης πολλούς «φίλους» κι εγώ είμαι απλώς ένας ανάμεσά τους. Γι’ αυτό δεν μπορούν να μου φερθούν σαν αληθινοί φίλοι – δηλαδή, να αναγνωρίσουν ουσιαστικά την ύπαρξή μου. Ανακύπτουν λοιπόν ερωτήματα. Εκείνος ο Τζο, που απάντησε κάποτε αμέσως στο e-mail μου αλλά έκτοτε έχει σιωπήσει, μήπως μου έχει θυμώσει; Ή μήπως το κοινωνικό μου κύρος, στα μάτια του, έχει φθαρεί και δεν αξίζει να μου διαθέσει χρόνο; Η κακή διάθεση που προκύπτει από τέτοιου είδους περιπέτειες μπορεί να χρειαστεί φαρμακευτική βοήθεια για να αντιμετωπιστεί. Η σεροτονίνη, ο νευροδιαβιβαστής τον οποίο ενισχύουν φάρμακα σαν το Πρόζακ, δημιουργήθηκε μέσω της φυσικής επιλογής για να μας βοηθά να χειριζόμαστε την κοινωνική ιεραρχία. Ο σεβασμός και άλλες μορφές θετικής ανταπόκρισης ανεβάζουν τη σεροτονίνη, ενισχύοντας την αυτοεκτίμησή μας. Η ασέβεια και η κριτική μπορούν να μειώσουν τη σεροτονίνη, αφήνοντάς μας ευάλωτους στην αμφιβολία. Η αμφιβολία για τον εαυτό μας είναι πολύτιμη αν στηρίζεται στην πραγματικότητα – αν, ας πούμε, ο Τζο είναι πράγματι θυμωμένος και η αμφιβολία σε οδηγήσει να κάνεις διορθωτικές κινήσεις. Το γυροσκόπιο της σεροτονίνης ήταν χρήσιμο στο περιβάλλον για το οποίο το σχεδίασε η φυσική επιλογή: το παλιό τοπίο της σαφούς και άμεσης επικοινωνίας. Το τοπίο του e-mail, όμως, είναι γεμάτο θορύβους και ασάφειες. Εξ ου και ο πειρασμός για το Πρόζακ: ανοίγεις το μπουκαλάκι με τα χάπια που τονώνουν την αυτοπεποίθησή σου και σερφάρεις στο ηλεκτρονικό σου ταχυδρομείο απαλλαγμένος από ανησυχίες, άγχη και άλλα εμπόδια στη μακαριότητά σου. Επιπλέον, ας σκεφτούμε την αποτελεσματικότητα! Αντι να στενοχωριέσαι για τον Τζο, στέλνεις μερικά ακόμα e-mail στον Τζιμ, στη Σάρα και στη Σου. Αλλωστε, η αποτελεσματικότητα δεν είναι το μεγάλο πλεονέκτημα του e-mail; Μας επιτρέπει να επικοινωνούμε με πλήθος ανθρώπους χωρίς να μπαίνουμε στον κόπο να τους γνωρίσουμε. Είναι παλιά ιστορία. Η τεχνολογική αλλαγή κάνει την κοινωνία πιο αποτελεσματική και λιγότερο προσωπική. Γνωρίζουμε πιο πολλούς ανθρώπους, πιο ρηχά. Βέβαια, υπάρχουν πολλά «αλλά» σ’ αυτή τη γενίκευση. Το Πρόζακ είναι ένα σοβαρό και χρήσιμο φάρμακο. Επίσης, όσο κι αν σερφάρουμε επιπόλαια στο Ιντερνετ, υπάρχει η δυνατότητα να βρούμε εκεί ευκαιρίες βαθύτερης επαφής. Αυτό όμως μας φέρνει σ’ ένα σημείο που πραγματικά θεωρώ πολύ σημαντικό. Ο λόγος που πάντα επιζητούσαμε βαθύτερη ανθρώπινη επαφή είναι επειδή την έχουμε ανάγκη. Μερικές δομές του νου μας είναι τόσο στέρεες που μας οδηγούν να μην υπακούμε τις επιταγές της αποτελεσματικότητας. Η τεχνολογική εξέλιξη προσαρμοζόταν πάντα στην ανθρώπινη φύση. Τώρα, όμως, έχουμε ήδη μπει στην εποχή της ψυχο–φαρμακολογίας και της γενετικής μηχανικής. Μπορούμε να αλλάξουμε την ανθρώπινη φύση, για να ταιριάζει με την τεχνολογική εξέλιξη. Αν η επιδέξια χρήση του e-mail κάνει τον καθένα από μας πιο επιτυχημένο, μπορούμε, ένας ένας, να «διορθώσουμε» τη δομή του εαυτού μας έως ότου γίνουμε άριστα ψηφιακά ζώα. Και το ίδιο να κάνουμε με το επόμενο άλμα της πληροφορικής: να προσαρμοστούμε, για να γίνουμε πιο «αποτελεσματικοί». Δεν ξέρω αν έχουμε ήδη περάσει σε αυτή τη φάση. Αν ναι, δεν μπορώ να πω ότι το απολαμβάνω. Και πάλι, όμως, δεν έχω δοκιμάσει Πρόζακ. Ακόμα.

Καθημερινή 13 - 05 - 07

Η σεξουαλικότητα, πηγή δυσφορίας

Μια συζήτηση με τον Ρεζινάλντ Μπλανσέ για την επικαιρότητα της ψυχανάλυσης και τις καινοτομίες του Λακάν
Συνέντευξη στον Ηλια Μαγκλινη
Ψυχανάλυση: δημοφιλής αλλά και παρεξηγημένη, μυθοποιημένη και την ίδια στιγμή δαιμονοποιημένη. Μια υπόθεση που γνωρίζει τα τελευταία χρόνια μιαν άνθηση, καθώς ο μέσος Ελληνας δείχνει να πέφτει πιο εύκολα στο ντιβάνι – με την ίδια ευκολία που διαβάζοντας Κοέλιο και Γιάλομ, νομίζει ότι έχει «κάνει την ψυχανάλυσή του». Οσο κι αν το ντιβάνι γίνεται πιο οικείο, η δυσπιστία παραμένει, ενώ εσχάτως, τα βέλη κατά της ψυχανάλυσης στάζουν δηλητήριο. Παράδειγμα, η «Μαύρη Βίβλος της Ψυχανάλυσης», που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τα Ελληνικά Γράμματα. Ενα ψυχαναλυτικό συνέδριο, λοιπόν, αποτελεί μια πρώτης τάξης αφορμή για μια μικρή… ανάλυση της ψυχανάλυσης. Συγκεκριμένα, η Νέα Λακανική Σχολή, η 5η Σχολή της Παγκόσμιας Ψυχαναλυτικής Εταιρείας (AMP), θα πραγματοποιήσει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στις 19 και 20 Μαΐου, το 5ο συνέδριό της με θέμα: «Η γέννηση της μεταβίβασης», με προσκεκλημένους ομιλητές από την Ελλάδα, τη Γαλλία, την Αγγλία, το Ισραήλ, την Ελβετία και το Βέλγιο. Ο Ρεζινάλντ Μπλανσέ, ψυχαναλυτής, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας της Νέας Λακανικής Σχολής και διδάσκων στο Αθηναϊκό Παράρτημα Κλινικών Σπουδών (ΑΠΑΚΣ) του Ινστιτούτου του Φροϋδικού Πεδίου, μίλησε στην «Κ» για το παρόν της ψυχανάλυσης και τις καινοτομίες του Λακάν. — Κύριε Μπλανσέ, μιλήστε μας για το επικείμενο συνέδριο και για το κεντρικό θέμα του, τη μεταβίβαση. — Πρόκειται για ένα συνέδριο ανοιχτό στο κοινό, με εκπαιδευτικό ρόλο. Η μείζων αναφορά θα είναι η ψυχαναλυτική κλινική εμπειρία, ο μόνος μας δάσκαλος. Η μεταβίβαση αποτελεί θεμελιώδη έννοια της ψυχανάλυσης, ωστόσο πρόκειται για γενικό φαινόμενο: όταν μιλάμε σε κάποιον ανοίγουμε το πεδίο της μεταβίβασης. Η ειδοποιός διαφορά της ψυχανάλυσης έγκειται στο εξής: η μεταβίβαση αποτελεί εργαλείο της ψυχαναλυτικής θεραπείας και συνεπώς ο ψυχαναλυτής καλείται να τη χειριστεί με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Η ψυχανάλυση βασιζόμενη στη μεταβίβαση επιδιώκει παράλληλα και την επίλυσή της στο τέλος της θεραπείας. Η μεταβίβαση — Η ίδια η πράξη της μεταβίβασης πώς συμβαίνει σε αυτό το πλαίσιο; — Το σύμπτωμα, και μάλιστα η πίστη στο σύμπτωμα, είναι ο πυρήνας της μεταβίβασης. Αν δεν συναινεί κανείς σε αυτή την υπόθεση, ότι δηλαδή αυτό από το οποίο υποφέρει έχει μια προσωπική σημασία που χωρίς να την ξέρει εκ των προτέρων καλείται να τη διερευνήσει μιλώντας ελεύθερα, τότε η ανάλυση είναι ανέφικτη. Εν συνεχεία, η στροφή σε κάποιον που υποτίθεται ότι ξέρει να ερμηνεύει την ασυνείδητη σημασία του συμπτώματος αποτελεί το δεύτερο σκέλος της μεταβίβασης. Ο Λακάν συνοψίζει αυτές τις δυο πτυχές ορίζοντας ως κινητήρια δύναμη της μεταβίβασης «το υποκείμενο που υποτίθεται ως γνώση», εννοώντας έτσι το ασυνείδητο του αναλυομένου, καθώς και τον αναλυτή που ξέρει να το διαβάσει. — Πάντως, υπάρχει ακόμα η εσφαλμένη πεποίθηση, ότι εφόσον κάποιος κάνει ψυχανάλυση, πρέπει να είναι ψυχικά άρρωστος… — Το να κάνεις ανάλυση συνιστά πάντα μια ηθική απόφαση. Η καθημερινή μας εμπειρία δείχνει ότι όσο και να υποφέρει κάποιος, αυτό δεν αποτελεί ικανό λόγο για να αποταθεί σε έναν αναλυτή. Γιατί; Διότι υποφέρει από κάτι από το οποίο όμως αποκομίζει ταυτόχρονα μια ασυνείδητη ικανοποίηση, μια ικανοποίηση που εντούτοις αποβαίνει επώδυνη. Ο Φρόυντ μιλούσε για το «δευτερογενές όφελος» της αρρώστιας. Είναι γεγονός ότι ο κόσμος προτιμά να ζει με τα συμπτώματά του. Δεν είναι τυχαίο. Αναμφισβήτητα επικρατεί σήμερα η τάση, οι άνθρωποι να μην ψάχνουν τους λόγους για τους οποίους υποφέρουν. Μάλλον τους εντοπίζουν a priori στο σώμα, στο σώμα που αντιδιαστέλλεται στον λόγο. Το σώμα είναι ένα δεδομένο για το οποίο δεν ευθύνεσαι. Φταίει κάποιο όργανο, άρα είσαι απαλλαγμένος από κάθε ίχνος ευθύνης. Ανθρωπος και χρόνος — Ενα μειονέκτημα για πολλούς είναι η διάρκεια. Η ψυχανάλυση είναι χρονοβόρα διαδικασία και στη σημερινή εποχή οι ταχύτητες είναι ιλιγγιώδεις. Ο κόσμος δεν έχει υπομονή... — Ετσι είναι. Από τη φύση της, είναι γεγονός ότι η ψυχανάλυση πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα. Αυτό στις μέρες μας είναι ιδιαίτερα αισθητό στη σχέση του ανθρώπου με τον χρόνο. Ο χρόνος όμως αποτελεί σύμπτωμα. Σύμπτωμα της δυσφορίας μέσα στον πολιτισμό. Οι γρήγοροι ρυθμοί που διέπουν τη ζωή μας συχνά το μόνο που επιτρέπουν είναι να υλοποιούμε την υποχρέωση που μας επιβάλλεται για όσο γίνεται περισσότερη απόλαυση. Ο χρόνος της ανάλυσης είναι διαφορετικός. Αποκτά άλλη σημασία, διότι αποκτά άλλες διαστάσεις. Τον ρυθμίζει η επανάληψη, η επανάληψη του συμπτώματος που δεν υπακούει στις επιταγές της κοινωνίας. Παύει να μετράει πλέον η αξιολογημένη με τα κριτήρια της παραγωγής και της κατανάλωσης ταχύτητα και μετράει αυτό που είναι το πιο πολύτιμο για το υποκείμενο, η μεταλλαγή του. Από αυτή την άποψη, η εν δυνάμει σχετικά μακρά διάρκεια της ψυχαναλυτικής θεραπείας δεν μπορεί να συγκρίνεται με τη σύντομη διάρκεια άλλων θεραπειών. Είναι διαφορετικές εργασίες. — Πολλοί φοβούνται την ψυχανάλυση επειδή νομίζουν ότι αφορά σχεδόν αποκλειστικά τη σεξουαλική ζωή. Οι πιο διαβασμένοι ίσως να έχουν κατά νου την επιμονή του Φρόυντ σε ζητήματα σεξουαλικότητας... — Η σεξουαλικότητα αποτελεί πάντα σύμπτωμα. Φέρνει τον καθένα αντιμέτωπο με έναν τρόπο απόλαυσης που είναι, λίγο–πολύ, πηγή δυσφορίας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν υπάρχει «σεξουαλικό ένστικτο» στον άνθρωπο. Υπάρχουν όμως «σεξουαλικές φαντασιώσεις» που ρυθμίζουν ασυνείδητα για τον καθένα τη σεξουαλική του ζωή. Και σε αυτό τον τομέα ο καθένας παραμένει ριζικά μόνος του. Η σεξουαλικότητα δεν ευνοεί την επικοινωνία. Ανδρες και γυναίκες δεν συνεννοούνται. Εντούτοις, υπάρχουν τρόποι της ερωτικής συνάντησης πιο ευτυχείς από άλλους. Ενα από τα πλέον σημαντικά αποτελέσματα κάθε αυθεντικής ανάλυσης είναι ότι καθιστά την αγάπη πιο «αξιοπρεπή», δηλαδή κάτι άλλο από το συνηθισμένο σικέ. Η μεταβίβαση αποτελεί μια καινούργια εμπειρία της αγάπης. Είναι μια αγάπη που μπορεί να αποποιείται τα προσωπεία. Η γλώσσα της αλήθειας — Κάποιος που θέλει να ξεκινήσει ανάλυση, καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε φροϋδικό ή λακανικό αναλυτή; — Ο ψυχαναλυτικές εταιρείες έχουν την υποχρέωση να αποσαφηνίζουν το θεωρητικό δόγμα τους και να επιβλέπουν το ψυχαναλυτικό πεδίο. Δεν είναι σπάνιο να αποκαλούνται «φροϋδικοί» εκείνοι που στην πραγματικότητα είναι «μεταφροϋδικοί», που έχουν δηλαδή, λίγο–πολύ, αποποιηθεί τη φροϋδική κληρονομιά. Και αποκαλούνται «λακανικοί» ορισμένοι που η εκπαίδευσή τους είναι, αν μη τη άλλο, αμφίβολη. Αρα η ευθύνη μας είναι να καταστήσουμε την ψυχανάλυση επιθυμητή μιλώντας τη γλώσσα της αλήθειας και της αυστηρότητας. — Πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά η «Μαύρη Βίβλος της Ψυχανάλυσης». Ποια είναι η δική σας απάντηση; — Αποτελεί στην ουσία μια επιχείρηση συκοφαντίας της ψυχανάλυσης. Τη νοθεύει πλήρως. Οχι μόνο τη θεωρεί αναποτελεσματική αλλά και βλαβερή. Ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ «απάντησε» με το «Αντι-Μαύρη Βίβλος της ψυχανάλυσης», που, δυστυχώς, δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Κοιτάξτε, η αμφισβήτηση της ψυχανάλυσης είναι απολύτως θεμιτή. Συνιστά ένα είδος ελέγχου σε έναν κλάδο που δύσκολα ελέγχεται. Το λυπηρό είναι ότι η «Μαύρη Βίβλος» δεν έχει την απαιτούμενη επιστημονική βάση. Βρίθει από λάθη, ανακρίβειες και ανοησίες. Αποπνέει μίσος και παράνοια. Οι στόχοι του εγχειρήματος δεν πρέπει να μας διαφύγουν. Προωθεί εμμέσως πλην σαφώς συγκεκριμένες θεραπευτικές πρακτικές: εκείνες που στοχεύουν να δαμάσουν το ψυχικό σύμπτωμα και να το κάνουν να σωπάσει πάση θυσία. Με ποιο τίμημα όμως; Η εξουσία του αναλυτή... — Πολλοί επίσης φοβούνται την εξουσία του αναλυτή… — Ο αναλυόμενος εμπιστεύεται την υπόθεσή του στον αναλυτή. Αυτό οδηγεί στην αγάπη. Οταν εμπιστεύεσαι το είναι σου στα χέρια ενός άλλου τον αγαπάς. Η αγάπη, λοιπόν, είναι η άλλη πλευρά της μεταβίβασης. Βασίζεται στην εμπιστοσύνη που δείχνεις στον αναλυτή, στην επιθυμία του και τη γνώση του. Από τη μια, βοηθάει τη διαδικασία, που δεν γίνεται δίχως εμπιστοσύνη, από την άλλη όμως την εμποδίζει, διότι ο αναλυόμενος τείνει να αρκεστεί σε αυτήν την αγάπη που είναι πάντα πηγή ικανοποίησης, και δη ναρκισσιστικής. Αυτό ανακάλυψε ο Φρόυντ, ότι δηλαδή από τη σχέση που σχηματίζεται μεταξύ αναλυομένου και αναλυτή προκύπτουν αυτές οι δύο αντιφατικές για την ψυχαναλυτική διαδικασία επιπτώσεις. Επομένως, το πρόβλημα που τίθεται στον αναλυτή είναι πώς θα χρησιμοποιήσει αυτή την αγάπη ώστε να προχωρήσει η διαδικασία. Πώς μπορεί με αφετηρία την ικανοποίηση που δίνει η αγάπη να οδηγήσει τον αναλυόμενο στο να την υπερβεί; Ιδού το παράδοξο της ψυχαναλυτικής θεραπείας, ιδού και η πρόκλησή της. — Και πάλι, αυτή η αγάπη δεν δίνει εξουσία στον αναλυτή; — Είναι βέβαιο ότι η αγάπη δίνει μια εξουσία στον αναλυτή. Εξουσία πρώτον της καθοδήγησης της θεραπείας. Ομως, ταυτόχρονα, τον φέρνει σε μια θέση όπου η παρεκτροπή της εξουσίας του είναι δυνατή. Η ουσιαστική κατάχρηση εκ μέρους του αναλυτή είναι το να μην κάνει τη δουλειά του όπως πρέπει, να μην τηρεί τις υποχρεώσεις του απέναντι στη διαδικασία. Προκειμένου να προλάβει αυτόν τον κίνδυνο, ο Λακάν καινοτομεί λέγοντας ότι το σημαντικό είναι ο σχηματισμός μιας ειδικής επιθυμίας του αναλυτή ώστε ο ίδιος να είναι ικανός να εκπληρώσει το ρόλο του και να μην παρεκτραπεί. Από αυτή την άποψη, ο αναλυτής είναι πρωτίστως προϊόν της ανάλυσής του. Για τον Φρόυντ, αρκούσε ο αναλυτής να πιστεύει στο ασυνείδητο. Εχουμε απομακρυνθεί από αυτή τη θέση. Κι ο Λακάν είναι εξαιρετικά απαιτητικός. Υποστηρίζει ότι η ανάλυση του αναλυτή πρέπει να έχει ολοκληρωθεί. Και εδώ πρόκειται για μία ακόμη καινοτομία. Ο Λακάν αναπτύσσει μια θεωρία που ορίζει την περαιωμένη ανάλυση. Και επινοεί μια διαδικασία με την οποία αυτό επαληθεύεται.

Sunday, March 4, 2007

Να διαβάσουν Θουκυδίδη οι Αμερικανοί

Ο καθηγητής Ζιλμπέρ Ασκάρ με τη «Σύγκρουση Βαρβαροτήτων» ανατρέπει τις βεβαιότητες για τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή

Του Αρη Χατζηστεφανου

«Oταν στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ θα έπρεπε να ξαναδιαβάζουν τον Πελοποννησιακό Πόλεμο του Θουκυδίδη αυτοί ξεφύλλιζαν τους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι», μας λέει ο αναλυτής της Monde Diplomatique, Ζιλμπέρ Ασκάρ. Ελάχιστοι άνθρωποι μπορούν να μετατρέψουν τις θεωρίες για τον πολιτικό ρεαλισμό ή την τρομοκρατία σε συναρπαστικό ανάγνωσμα. Και ο Ασκάρ είναι ένας από αυτούς, όπως απέδειξε στο βιβλίο του «Σύγκρουση Βαρβαροτήτων», που κυκλοφόρησε και στα ελληνικά.

Η κάρτα του γράφει «καθηγητής διεθνών σχέσεων, Πανεπιστήμιο Paris-VIII». Θα τον βρεις όμως πολύ συχνότερα στις ηλεκτρονικές σελίδες του περιοδικού «Ζ», στις χάρτινες σελίδες της Monde Diplomatique ή σε κάποιο διεθνές συνέδριο να μιλάει για (ή με) τον Νόαμ Τσόμσκι. Εχοντας μοιράσει τη ζωή του ανάμεσα στον Λίβανο και τη Γαλλία ο Ζιλμπέρ Ασκάρ πολεμά από διαφορετικά μετερίζια τις κυρίαρχες ιδεολογίες με τις οποίες η Δύση δικαιολογεί τη στάση της απέναντι στον αραβικό και ισλαμικό κόσμο. Το βιβλίο του «Σύγκρουση Βαρβαροτήτων», που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πολύτροπον, θα μπορούσε να συγκαταλέγεται στις αμέτρητες απαντήσεις που δόθηκαν στις θεωρίες του Σάμιουελ Χάντινγκτον περί της Σύγκρουσης Πολιτισμών. Είναι όμως κάτι περισσότερο. Σχεδόν μισό αιώνα μετά την κρίση του Σουέζ, που σηματοδότησε τον κολοφώνα της δύναμης του αραβικού εθνικισμού, ο Ασκάρ παρουσιάζει μια συναρπαστική ανάλυση των γεγονότων που οδήγησαν τη Μέση Ανατολή στη σημερινή της κατάσταση. Από τις σελίδες του παρελαύνουν ο Θουκυδίδης και ο Λοκ, ο Ντοστογιέφσκι και ο Τσε Γκεβάρα, ο Νάσερ και η CIA. Με απόψεις, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ακραίες από αρκετούς ακαδημαϊκούς στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, ο Ασκάρ μετατρέπεται σε έναν τρομοκράτη της διανόησης τινάζοντας στον αέρα τις βεβαιότητες για τις πολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή.

Ο Οσάμα Μπιν Λάντεν δεν είναι μηδενιστής

- Στο βιβλίο σας συγκρίνετε τις ΗΠΑ με την αρχαία Αθήνα την περίοδο που κάλεσε τους κατοίκους της Μήλου να παραδοθούν. Ποια κοινά χαρακτηριστικά εντοπίζετε;

- Δεν μπορώ εγώ να πω και πολλά στο ελληνικό κοινό γι' αυτήν την ιστορία που μας μεταφέρει ο Θουκυδίδης (γέλια). Στον χώρο των διεθνών σχέσεων το έργο του για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο θεωρείται ως ένα από τα σημαντικότερα κείμενα του λεγόμενου πολιτικού ρεαλισμού Είναι το ίδιο πνεύμα στο οποίο κινείται και ο Μακιαβέλι. Οι Αθηναίοι υποστήριζαν τότε ότι δεν κυβερνούν οι νόμοι και οι ηθικές αξίες, αλλά η ισχύς. Οι κάτοικοι της Μήλου όμως τόλμησαν να απαντήσουν σε μια ισχυρότερη δύναμη όπως η Αθήνα. Προσέξτε -είπαν- για τις επιπτώσεις των πράξεών σας. Κάποια μέρα θα πληρώσετε γι' αυτές. Πρόκειται για την αρχαιοελληνική Νέμεση.

Η υπεροψία των ΗΠΑ

- Θα πρέπει δηλαδή στην Ουάσιγκτον να διαβάσουν τον Θουκυδίδη;

- Αυτό είναι το μάθημα που μας προσφέρει σήμερα η ιστορία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ιδιαίτερα μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, είναι μια υπερδύναμη. Από μόνες τους δαπανούν για όπλα περισσότερα από όσα δαπανούν όλες οι χώρες του κόσμου μαζί. Στηρίζονται σε αυτήν τη δύναμη για να παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτή η υπεροψία αποτελεί ύβρη - δεν μπορεί να συνεχιστεί. Είδαμε ότι μια μικρή και αδύναμη χώρα (το Ιράκ) αντιστάθηκε. Και τώρα δεν μπορούν να την ελέγξουν. Οι ΗΠΑ βρίσκονται αντιμέτωπες με μια πραγματική καταστροφή, όχι μόνο στο Ιράκ αλλά σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Αυτή είναι η δίκαιη ανταμοιβή για την υπεροψία τους. Για την ύβρη.

- Στο βιβλίο σας επιτίθεστε σε φιλοσόφους, όπως ο Αντρέ Γκλιξμάν, που θεωρούν ότι ο Οσάμα μπιν Λάντεν θα μπορούσε να είναι ένας από τους τρομοκράτες που παρουσίαζε στα έργα του ο Ντοστογιέφσκι.

- Αυτό που επιχειρώ να αποδείξω είναι ότι η κοσμοθεωρία του Μπιν Λάντεν δεν έχει σχέση με τους αθεϊστές τρομοκράτες της τσαρικής Ρωσίας ούτε με την καρικατούρα που έδωσε γι' αυτούς ο Ντοστογιέφσκι στο μυθιστόρημά του οι «Δαιμονισμένοι». Με αυτούς τους παραλληλισμούς, άνθρωποι όπως ο Γκλιξμάν επιχειρούν να αποδείξουν ότι ο Οσάμα Μπιν Λάντεν είναι μηδενιστής. Οτι αυτός και οι όμοιοί του δεν έχουν συγκεκριμένο στόχο - απλώς θέλουν να καταστρέψουν τα πάντα γύρω τους. Αυτή η θεωρία είναι για τα σκουπίδια. Οι φανατικοί ισλαμιστές δεν είναι μηδενιστές. Οι μέθοδοι της Αλ Κάιντα είναι απαράδεκτες και δολοφονικές, αλλά υπακούουν σε μια πολιτική ατζέντα. Ο Μπιν Λάντεν μάχεται για να δημιουργήσει ένα δικό τους κράτος και να απομακρύνει τις ΗΠΑ από τη Μέση Ανατολή. Πίστευε ότι με ένα χτύπημα σαν αυτό της 11ης Σεπτεμβρίου ο αμερικανικός λαός θα καταλάβαινε τα λάθη της ηγεσίας του και θα την απομάκρυνε από την εξουσία. Είναι σίγουρα απλουστευτική προσέγγιση, αλλά ο ίδιος μπορεί να ισχυρίζεται ότι τουλάχιστον σε μια περίπτωση τα κατάφερε: στην Ισπανία μετά τις επιθέσεις στη Μαδρίτη ακολούθησε αλλαγή κυβέρνησης και απομάκρυνση των στρατευμάτων από το Ιράκ.

Ο φονταμενταλισμός

- Εχει συμπληρωθεί μισός αιώνας από την κρίση του Σουέζ που θεωρείται το απόγειο του αραβικού εθνικισμού. Πώς φτάσαμε από τον εθνικισμό του Νάσερ στον φονταμενταλισμό;

- Το πέρασμα από τη μια κατάσταση στην άλλη είναι κατανοητό. Ο αραβικός εθνικισμός έφτασε στα όριά του και ηττήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του '60. Η ήττα έγινε εμφανής όταν η Αίγυπτος και η Συρία, που αποτελούσαν τους δύο βασικούς πυλώνες του αραβικού εθνικισμού, ηττήθηκαν το 1967 από το Ισραήλ. Εκείνη την περίοδο ο αραβικός εθνικισμός βρισκόταν αντιμέτωπος με τεράστια οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Ο θάνατος του Νάσερ έφερε και το συμβολικό τέλος ενός πολιτικού κύκλου, που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του '50 και κράτησε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '60. Δημιουργήθηκε τότε ένα κενό. Οι εθνικές αξιώσεις των λαών παρέμεναν ανικανοποίητες και υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός μαζικού κινήματος. Ομως η παραδοσιακή ηγεσία της Αριστεράς, που θα μπορούσε να καλύψει αυτό το κενό, οδηγήθηκε στο περιθώριο. Η φύση όμως έχει μια μανία να καλύπτει τα κενά και το μόνο υλικό που βρήκε για να μπαλώσει την τρύπα ήταν ο ισλαμικός φονταμενταλισμός.

- Πριν από περίπου ένα χρόνο τα δυτικά ΜΜΕ μιλούσαν για τον «άνεμο δημοκρατίας» που θα σαρώσει τη Μέση Ανατολή. Τι απέγινε αυτή η θεωρία;

- Η λεγόμενη «αραβική άνοιξη», όπως την αποκαλούσαν, θυμίζει τα χωριά Ποτέμκιν στη Ρωσία - τις ψεύτικες κατασκευές που παρουσίαζαν στην μεγάλη Αικατερίνη για να της αποκρύψουν τι συνέβαινε στη χώρα. Η αλήθεια είναι ότι πραγματοποιήθηκαν ορισμένες προσπάθειες στη Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο υπό την πίεση των ΗΠΑ. Στη Σαουδική Αραβία πραγματοποιήθηκε ένα είδος εκλογών για πρώτη φορά ύστερα από τριάντα χρόνια. Αφορούσαν όμως μόνο τις μισές θέσεις στα δημοτικά συμβούλια. Ψήφιζαν μόνο οι άντρες και μην ξεχνάτε ότι μιλάμε για μια χώρα όπου δεν υπάρχουν πολιτικά κόμματα. Το ίδιο συνέβη και στην Αίγυπτο. Ο πρόεδρος πραγματοποίησε ένα πολύ μικρό άνοιγμα με αποτέλεσμα να ενισχυθούν οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι που τώρα αποτελούν τη μεγαλύτερη δύναμη της αντιπολίτευσης. Φυσικά, ύστερα από αυτό οι ΗΠΑ σταμάτησαν να ασκούν πιέσεις για εκδημοκρατισμό.

Δεξαμενή μίσους

- Τι ακριβώς φοβήθηκαν;

- Η Μέση Ανατολή είναι η μεγαλύτερη δεξαμενή μίσους εναντίον των ΗΠΑ, συνεπώς κάθε δημοκρατικό άνοιγμα ενισχύει τις πλέον αντιαμερικανικές δυνάμεις. Και φυσικά οι ΗΠΑ το κατάλαβαν. Οι αυτοαποκαλούμενοι δάσκαλοι της δημοκρατίας στην Αμερική και στην Ευρώπη απέδειξαν ότι γι' αυτούς η δημοκρατία είναι καλή μόνο όταν φέρνει στην εξουσία φίλους των δυτικών κυβερνήσεων.

- Πιστεύετε ότι αυτό συνέβη και με την εκλογική νίκη της Χαμάς πριν από περίπου ένα χρόνο;

- Ακριβώς. Είναι σκανδαλώδες ότι η Δύση, για να μποϊκοτάρει την κυβέρνηση της Χαμάς, οδήγησε τους Παλαιστίνιους σε πολύ χειρότερη κατάσταση από αυτή που τους είχε οδηγήσει ο Αριέλ Σαρόν όταν κατέλαβε την εξουσία. Ασκούνται ισχυρές ξένες παρεμβάσεις για να επιβληθεί στους Παλαιστίνιους αυτό που θέλουν οι ΗΠΑ. Οπως συνέβαινε και την εποχή της αποικιοκρατίας, οι εκλογές έχουν μικρή σημασία γιατί απλούστατα αν απειλούν τους αποικιοκράτες δεν γίνονται αποδεκτές.

Sunday, February 25, 2007

SCI - FI διευθύνσεις στο internet

Λογοτεχνία

Arthur Clark official site http://www.clarkefoundation.org/

Hard Science Fiction Culture http://www.hardsf.net/

Isaak Asimov Online

http://www.asimovonline.com/

Official site of Philip K. Dick

http://www.philipkdick,com/

PORTALS / NEWS / BLOGS

Epic SFF

http://www.epicsff.com/

SciFi.com http://www.scifi.com/

Sci-Fi Brain's Blog

www.blogs.ign.com/Sci-Fi_Brain

SciFi Dimensions Magazine http://www.scifidimensions.com/

Sci-Fi Online

http://www.sci-fi-online.co.uk/

SciFi Source

http://www.scifisource.com/

SciFi Space

http://www.scifispace.com/

Sci-Fi Web Directory http://www.directoryscifi.com/

Science Fiction & Fantasy Board

http://www.sff.gr/

SFF World

http://www.sffworld.com/

The Sci-Fi World

http://www.thescifiworld.net/

The SF Hub

http://www.sfhub.ac.uk/

Science Fiction Museum and Hall of Fame

http://www.sfhomeworld.org/

Star Wars ASCIImation http://www.asciimation.co.nz/

Technoveigy

www.technoveigy.com

Which Sci-Fi character are you? www.tk421.net/character

Alien Experience

[Alien& Predator]

http://www.alienexperience.com/

Classic Sci-Fi

http://www.classicscifi.com/

Darkweb Online

http://www.darkwebonline.com/

Lord of the Rings Fantasy World http://www.lord-of-the-rings.org/

London International Sci-Fi Film Festival http://www.sci-fi-london.com/

Hitchhiker's Guide Movie Forum

http://www.hitchhikersmovte.net/

Sci-Fi2k

http://www.scifi2k.com/

Sci-Fi Maven

http://www.scifimaven.com/

Sci-Fi Movies

http://www.scifi-movies.com/

SciFilm

http://www.scifilm.org/

Sci Flicks

http://www.sciflicks.com/

Sci Fi ART

Association of SF& Fantasy Artists

http://www.asfa-art.org/

Official Site of H.R. Giger http://www.hrgiger.com/

Sci-Fi Art

http://www.scifi-art.com/

Sci-Fi 3D

www.scifi3d.theforce.net

ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΣΕΙΡΕΣ

Amazing Stories

www.scifi.com/amazing

Babylon 5

www.tinyurl.com/yut76

Battlestar Galactica: The new series

http://www.bsgtns.com/

Buck Rogers in the 25th Century

www.scifi.com/buckrogers

Buffy the Vampire Slayer www.foxhome.com/buffysplash

Dead Zone Official site www.tinyurl.com/1522

Dr. Who

www.bbc.co.uk/doctorwho/classic

Earth: Final Conflict

www.efc.com

Gene Roddenberry's Andromeda http://www.andromedatv.com/

Lost in Space

http://www.lostinspacetv.com/

The X Files

www.tinyurl.com/yhtmhz

The Six Million Dollar Man

www.epguides.com/SixMillionDollarMan

The Outer Limits Official Site

http://www.theouterlimits.com/

Thunderbirds

www.tinyurl.com/y2ef9v

Time Tunnel

www.iann.net/timetunnel

TV acres

http://www.tvacres.com/

TwiligtZone

http://www.twilightzonetv.com/

Thursday, December 28, 2006

Tο Σαρανταμαντίνιαδο και τα Εκατόλογα της αγάπης

Τα Εκατόλογα της αγάπης και το Σαρανταμαντίνιαδο είναι δυο σειρές ερωτικών μαντινάδων που σώζονται σε διάφορες παραλλαγές, στην ανατολική Κρήτη (όπου η λέξη είναι μαντινιάδα και όχι μαντινάδα).

Μερικές παραλλαγές βρίσκουμε καταγεγραμμένες στην κλασική συλλογή μαντινάδων της Μαρίας Λιουδάκη (Μαντινάδες Κρήτης, β΄ έκδοση, εκδ. «Γνώση», Αθήνα 1971).
Αποσπάσματα παραλλαγής των Εκατόλογων περιλαμβάνονται, τραγουδισμένα σε επιλεγμένες κοντυλιές της ανατολικής Κρήτης, στον ψηφιακό δίσκο του Δημήτρη Σγουρού από την Κριτσά Μεραμπέλλου Τα Σα εκ των Σων.
Πολλές από τις μαντινιάδες που περιλαμβάνονται σε διαφορετικές παραλλαγές είναι παρόμοιες ή και κοινές. Σύμφωνα με τη Μαρία Λιουδάκη «στον τραγουδιστή λένε τους αριθμούς από το ένα ώς το σαράντα ή και ώς το εκατό κι αυτός απαντά κάθε φορά με μια μαντινάδα που έχει μέσα τον αριθμό που του λένε».
1. Τα Εκατόλογα
Α΄ παραλλαγή, από το Αρκαλοχώρι Ηρακλείου[Λιουδάκη, Μαντινάδες Κρήτης, σελ. 324-326]
-Ένα
Ένας Θεός μας ήκαμε κι εσέ κι εμέ, Πατρώνα, για να γλυκοφιλιούμαστε στ’ αχείλι και στο στόμα.
-Δυο
Δυο μάθια-ν-έχεις, λυγερή, και δυο καρδιές μαραίνειςκαι μια ψυχή που τυραννάς άραγε είντα δα γένει;
-Τρία
Τρείς χάρες σού ’δωκε ο Θεός σαν την Αγιά Τριάδα, τη χάρη και την ομορφιά και την καλογνωμάδα.
-Τέσσερα
Τέσσαροκάντουνος σταυρός κρέμεται στο λαιμό σου κι όλοι φιλούνε το σταυρό κι εγώ το μάγουλό σου.
-Πέντε
Πέντε λεμόνια στον παρά, εδά τα ’κάμαν τρία, εδά σ’ αγάπησα κι εγώ, πουλί μου, στην ακρίβεια!
-Έξε
Έξε στα κάλλη σού ’στεκα κι έξε στην ομορφιά σου κι α δε σου πάρω το φιλί δε φεύγω από κοντά σου.
-Εφτά
Εφτά κυπαρισσόμηλα, στολίδι των αγγέλω, το νου μου και το λογισμό απού μου ’πήρες θέλω.
-Οχτώ
Οχτρός ’μπήκε στη μέση μας να μάσε ξεχωρίσει, μα μεις δεν ξεχωρίζομε, λιγνό μου κυπαρίσσι.
-Εννιά
Εννιά μαχαίρια με βαρούν κι ένα χατζάρι δέκα, κι α δε σε πάρω, μάθια μου, δεν παίρνω άλλη γυναίκα.
-Δέκα
Δεκάριζε τα λόγια σου, λέγε τα δέκα δέκα, ίσως τα σώσεις εκατό και πάρεις μια γυναίκα.
-Έντεκα
Έντεκα οχτροί μου τό ’πανε, πουλί μου, για τα σένα και τώρ’ αγάπησα αλλού κι ερνήθηκά σε σένα.
-Δώδεκα
Δώδεκα μήνες σ’ αγαπώ, γίνεται ένας χρόνος, μια-ν-ώρα δεν επέρασε να μη με πιάσει πόνος.
-Δεκατρία
Η νύχτα ’ν’ ώρες δεκατρείς, μόνο τσι τρεις κοιμούμαι και τσ’ άλλες είμαι ξυπνητός κι εσένα συλλογούμαι.
-Δεκατέσσερα
Αηδόνια δεκατέσσερα ήπεψα ήπεψα στην αυλή σου να κηλαηδούν να σε ξυπνούν να σκάσουν οι γι-οχτροί σου.
-Δεκαπέντε
Δεκαπεντάρι φράγκικο σού ’πεψα για σημάδι κι ένα βενέτικο, άλλος να μη σε πάρει.
-Δεκαέξε
Εφτά και πέντε δώδεκα και τέσσερα δεκαέξε, δεκάξε μήνες σ’ αγαπώ, δεν το κατέχεις τάξε;
-Δεκαεφτά
Δεκαεφτά μερόνυχτα γυρίζω ’γώ για σένα, μα συ δεν είσαι μπιστικιά να μ’ αγαπάς εμένα.
-Δεκαοχτώ
Τη δεκοχτούραν αγαπώ, πού ’ναι σαν περιστέρι, που μοιάζει τση πολυαγαπώς, να τήνε κάμω ταίρι.
-Δεκαεννιά
Δεκαεννιά μερόνυχτα γυρίζω νά ’βρω κλήμα να μάσε στεφανώσουνε, να βγούμ’ απού το κρίμα
[=εννοεί την αμαρτία του αστεφάνωτου ζευγαριού].
-Είκοσι
Τα είκοσι δαχτύλια μου, χεριώ μου, ποδαριώ μου, όλα μου μιρμιδίζουνε οντό σε βλέπ’ ομπρός μου.
-Τριάντα Τριανταφυλλιά ’χω στην καρδιά κι αθεί και λουλουδίζει, αλλού μοιράζει τ’ άνθη τζης και μένα περιορίζει.
-Σαράντα
Σαρανταβέργινο κλουβί σου ’κάμαν οι γονοί σου και μέσα σ’ εκλειδώσανε, να σκάσουν οι γι-οχτροί σου.
-Πενήντα
Πενήντα μήλα σού ’πεψα, μικρή μου, στο μεντήλι κι αν έχεις και συντρόφισσα, φάε τα μετά κείνη [=μαζί της].
-Εξήντα
Εξήντα μήνες σ’ αγαπώ, γίνουνται πέντε χρόνοι, και λεμονιά να ’φύτευγα θα νά ’τρωγα λεμόνι.
-Εβδομήντα
Τα εβδομήντα κάτεργα από την Αγγλιτέρα την ομορφιά σου εκούσανε και προξενιά σου ’φέρα.
-Οδγοήντα
Ογδόντα οργιές βαθιά ’σκαψα τη γη με τη βελόνα να βγάλω την αγάπη σου τη μαρμαροκολώνα.
-Ενενήντα
Οι γ-ενενήντα πατασμοί [=πειρασμοί, διάβολοι] σταθήκανε μπροστά μου και δε μ’ αφήνου να διαβώ να πάω στη δουλειά μου!
-Εκατό
Κάτω στα Γεροσόλυμα, στο Μέγα Μοναστήρι, ’κατό φορές το ’φίλησα το δροσερό σ’ αχείλι.
Β΄ παραλλαγή (ώς το δεκαέξε),
από το δίσκο του Δ. Σγουρού
[Την παραλλαγή αυτή κατέγραψε ο Δ. Σγουρός από τον Γεώργιο Γεροντή («Περιπτερά»), που την είχε μάθει το 1927, ως φαντάρος, από έναν Στειακό που λεγόταν Παντελής Κοξαράκης. Στο δίσκο τραγουδιέται σε σειρά από στειακές κοντυλιές, καταγεγραμμένες στο ένθετο σε βυζαντινή παρασημαντική (=«βυζαντινές νότες»).]
-Ένα
Μα ένας είναι ο Θεός κι ο ποιητής του κόσμου που σού ’δωκε ντην ομορφιά, ματάκια μου και φως μου.
-Δυο
Δυο θαύματα στον ουρανό, ήλιος και το φεγγάρι, να σε χαρεί η μανούλα σου κι ο νιος που δα σε πάρει!
-Τρία
Τρεις χάρες σού ’δωκε ο Θεός, σαν την Αγιά Τριάδα, τη γνώση και την ομορφιά και την καλογνωμάδα.
-Τέσσερα
Τέσσερις Ευαγγελιστές το ’πλάσαν το κορμί σου Κι όποιος το δει σκλαβώνεται για χάρη εδική σου.
-Πέντε
Πέντέ ’ναι τα δαχτύλια σου, μάλαμα και ζαφείρι, πρόβαλε, φως μου, να σε δω απού το παραθύρι.
-Έξε
Έξέ ’ναι τ’ άστρα τ’ ουρανού που φέγγουνε το βράδυ, ποιός είδε κόρην όμορφη και να τση βρει ψεγάδι;
-Εφτά
Εφτά ’ν’ οι δίπλες τ’ ουρανού, για το Θεό ντον Ένα!, και δέκα μήνες σ’ αγαπώ και χάνομαι για σένα.
-Οχτώ
Οχτώ κλαδιά του χταποδιού που πάν’ ομπρός κι οπίσω, τη νιότη μου στα χέρια σου δα τήνε καταλύσω.
-Εννιά
Εννιά είναι τα θαύματα που βοηθούν εσένα κι από τα τόσα μαϊκά δε σ’ έπιασε κιανένα.
-Δέκα
Δέκα είναι οι γ-εντολές που γράφει ο Θιος στην πλάκα και δέκα μήνες σ’ αγαπώ, ξαθιά και μαυρομάτα.
-Έντεκα
Έντεκα μήνες πολεμώ για να σου βρω ψεγάδι μα δε σου βρίσκω, αγάπη μου, κιανένα-ν-ασκημάδι.
-Δώδεκα
Δώδεκα φίλους ήκαμα, όσ’ είν’ κι οι γι-Αποστόλοι, να βλέπουν το κορμάκι σου καθημερνή και σκόλη.
-Δεκατρία
Δεκατριώ χρονώ ’σουνε που σέ ’δα στολισμένη κι επήρες μού τονε το νου, βιόλα ξεφουντωμένη!
-Δεκατέσσερα
Μα δεκατέσσερις φωθιές να κάψουν την καρδιά μου άνε ντο πω να σ’ αρνηθώ, κερά μου, κοπελιά μου!
-Δεκαπέντε
Μα δεκαπέντε μηχανές να σε φωτογραφίσουν, τα κάλλη και την ομορφιά οπίσω δα τ’ αφήσουν.
-Δεκαέξε
Στα δεκαέξ’ εστάθηκα, το νου να ξεκουράσω, ε, κοπελιά μελαχροινή, και πώς δα σ’ απολαύσω!
2. Το Σαρανταμαντίνιαδο
Α΄ παραλλαγή, από το Μπαμπαλί Ηρακλείου[Λιουδάκη, Μαντινάδες Κρήτης, σελ. 318-321]
-Ένα
Ένα δ’ αρχίξω να σου πω με το δικό μου στόμα, τα δυο βυζά του κόρφου σου, δό’ μου και μένα τό ’να.
-Δυο
Δυο μάθια-ν-έχεις, κοπελιά, και δυο βυζά στον κόρφο, καλύτερα μυρίζουνε κι απ’ τον ακράτο μόσκο.
-Τρία
Τρία ’ν’ τα φύλλα τση καρδιάς που μού ’χεις μαραμένα και τ’ άλλα δυο μου τά ’φηκες και κείνα κεντημένα [=φλεγόμενα].
-Τέσσερα
Τέσσερις Ευαγγελιστές το ’πλάσαν το κορμί σου και καίγομαι στσι πόνους σου, που να καεί η ψυχή σου!
-Πέντε
Πέντε φορές λιγώνομαι, ξαθό μου, την ημέρα, δυο το ταχύ, τρεις το βραδύ, για τ’ όνομά σου εσένα.
-Έξε
Έξε μετάνοιες ήκαμα οψές στην Παναγία, να βλέπει το κορμάκι σου, αφέντρα και κυρία.
-Εφτά
Εφτά ’ναι τα ουράνια που προσκυνούν αθρώποι, ποθές αλλού δε βρίσκουνται οι γ-εδικοί σου τρόποι.
-Οχτώ
Οχτώ ’ν’ οι γ-ήχοι τσ’ εκκλησάς κι οχτώ σκοπούς κατέχω κι όσα τραγούδια κι α σου πω, ’γώ διάφορο δεν έχω.
-Εννιά
Εννιά ’ναι και τα τάγματα [=οι άγγελοι] που βοηθούν εσένα γι’ αυτό τα μάγια πού ’καμα δε σ’ έπιασε κιανένα.
-Δέκα
Δέκα ’ν’ οι γ-άγιες εντολές πού ’γραψ’ ο Θιος στην πλάκα και δέκα νέοι σ’ αγαπούν, ξαθή και μαυρομάτα.
-Έντεκα
Έντεκα μήνες πολεμώ για να σου βρω ψεγάδι και δέκα ’ναι που σ’ αγαπώ και μ’ έβαλες στον Άδη!
-Δώδεκα
Δώδεκα αγιούς εόρταζα, όσ’ είν’ οι γι-Αποστόλοι, να βλέπουν το κορμάκι σου καματερή και σκόλη.
-Δεκατρία
Δεκατριώ χρονώ ’σουνε που σέ ’δα στολισμένη κι επήρες μού τονε το νου, αναθεματισμένη!
-Δεκατέσσερα
Δεκατριώ χρονώ ’σουνε κι εγώ δεκατεσσάρω που ’λέγαν οι γονέοι σου πως ήθελα σε πάρω [=ότι θα σ’ έπαιρνα].
-Δεκαπέντε
Στα δεκαπέντε δα σου πω δυο λόγια με γλυκότη: τίποτας δεν αξίζει μπλιο μπρος στη δική σου νιότη.
-Δεκαέξε
Στα δεκαέξε δα σου πω, βενέτικη φραγάδα, οντό σ’ επρωταγάπησα μού ’φερε κιτρινάδα.
-Δεκαεφτά
Στα δεκαφτά δα να σου πω, το νου να ξεκουράσω, τσι μέρες απού σ’ αγαπώ θέλω να λογαριάσω.
-Δεκαοχτώ
Στα δεκοχτώ, μικρούλα μου, δα πιάσω και τη μπένα, να γράψω πρίκες και καημούς απού τραβώ για σένα.
-Δεκαεννιά
Κι ακόμη χρόνους δεκαννιά δα πολεμώ, μικρή μου, κι ό,τ’ είν’ απού το Θιο γραφτό ας έρθει στο κορμί μου.
-Είκοσι
Είκοσι περδικάβγουλα εις τη σειρά ’πού δέσει [=όποιος δέσει] με μια μεταξωτή κλωστή, αυτός δα σε κερδέσει.
-Εικοσιένα
Εικοσιένα πάτημα βρίσκεται στην αγάπη και πρέπ’ ομπρός [=προηγουμένως] να γυμναστείς κι ύστερα να τα μάθεις.
-Εικοσιδυό
Εικοσιδυό γραδώ ρακή να πιεις να σε λωλάνει, γιατί δε νταγιαντίζω μπλιο τα πείσματα που κάνεις.
-Εικοσιτρία
Εικοσιτρείς λαβωμαθιές έχει η καρδιά μου μέσα, τα μάθια μ’ όντο σέ ’δανε τα κάλλη σου μ’ αρέσα.
-Εικοσιτέσσερα
Εικοσιτέσσερα νησά εγύρισα να γιάνω κι όσοι γιατροί κι α μέ ’δανε είπαν πως δα ποθάνω!
-Εικοσιπέντε
Εικοσιπέντε κοπελιές με κάλλη, με γλυκότη, τίποτας δεν αξίζουνε μπρος στη δική σου νιότη.
-Εικοσιέξε
Εικοσιέξε μηχανές να σε φωτογραφίσουν, τα κάλλη και τσι χάρες σου οπίσω δα τ’ αφήσουν.
-Εικοσιεφτά
Πάνω στα εικοσιεφτά νέοι σε προσκυνούνε κι όσοι γ-κι α σ’ αγαπήσανε εμένα να ρωτούνε!
-Εικοσιοχτώ
Εικοσοχτώ ’ναι, κοπελιά, οι μέρες του Φλεβάρη, χαρά στο νιο που σ’ αγαπά και μέλλει να σε πάρει.
-Εικοσιεννιά
Εικοσεννιά γραμματικοί να πιάσουνε τη μπένα, δε γράφουνε τα κάλλη σου, άπονης μάνας γέννα!
-Τριάντα
Τριάντα-ν-αγαπητικές ήκαμα στο γ-καιρό μου, μα τούτηνιά η γ-ύστερη δα νά ’ν’ ο θάνατός μου!
-Τριανταένα
Τριανταμιά αγαπητικιές, σα βγάλεις μια τριάντα, ετότες, χαϊδεμένη μου, σαν αγαπάς νταγιάντα [=άντεχε].
-Τριανταδυό
Τριανταδυό λογιώ σεβντά τράβηξε το κορμί μου για κείνο τό ’πα, αγάπη μου, καλλιά ’χα να μην ήμου! [=να μην υπήρχα]
-Τριαντατρία
Τριαντατρία βήματα ’σίμωσα στην αγάπη και σαϊθιά μού ’χτύπησε με το δεξό τζης μάτι.
-Τριαντατέσσερα
Τριαντατέσσερά ’σανε τα μήλα στο μεντήλι που τά ’πεψα τσ’ αγάπης μου για το δικό τζ’ αχείλι.
-Τριανταπέντε
Τριανταπέντε τσ’ ήπεψα και τρία πορτακάλια, για να μου δίδει το φιλί με δίχως παρακάλια.
-Τριανταέξε
Τριανταέξε βήματα ’σίμωσα στην αυλή τζης κι εκείνη δεν εσίμωσε, διάλε την όρεξή τζης!
-Τριανταεφτά
Πάνω στα τριανταεφτά «ποιός ήτονε» ερώτα κι απήτημως τση τό ’πανε εσφάλιξε την πόρτα.
-Τριανταοχτώ
Πάνω στα τριανταοχτώ ήπεσα λιγωμένος [=λιπόθυμος] κι εθάρρειεν η γι-αγάπη μου πως είμ’ αποθαμένος.
-Τριανταεννιά
Πάνω στα τριανταεννιά ήσβησεν η ζωή μου κι επάψανε οι πόνοι μου κι οι γι-ανεστεναγμοί μου.
-Σαράντα
Και στα σαράντα, μάθια μου, ήρθανε να με θάψουν κι ήπεψεν η γι-αγάπη μου κορίτσα να με κλάψουν…
Β΄ παραλλαγή, από το Κάτω Χωριό Ιεράπετρας
[Λιουδάκη, Μαντινάδες Κρήτης, σελ. 321-324]
-Ένα
Από το ένα βάνω αρχή να πάω στα σαράντα, δεν τόνε πέμπει [=στέλνει] η κοπελιά στην προξενιά τον άντρα.
-Δυο
Δυο ’ναι τα φώτα τ’ ουρανού, ήλιος και το φεγγάρι, Χαρά στο νιο που σ’ αγαπά και θέλει να σε πάρει.
-Τρία
Τρεις χάρες σού ’δωκε ο Θεός, σαν την Αγιάν Ερήνη, τη χάρη και την ομορφιά και την ταπεινοσύνη.
-Τέσσερα
Τέσσερα προτερήματα έχει όλο σου το σώμα, μάθια και φρύδια και λαιμό και δαχτυλίδι στόμα.
-Πέντε
Πέντε χρονάκια μου χρωστάς, τα τρία σου χαρίζω και τ’ άλλα δυο μου πλέρωσε να μην κακοκαρδίζω.
-Έξε
Έξε ’ναι τ’ άστρα τ’ ουρανού που βγαίνουνε το βράδυ, τ’ αγγελικό σου το κορμί στον Άδη δα με βάλει.
-Εφτά
Εφτά ’ν’ οι δίπλες τ’ ουρανού, μα ο Θεός είν’ Ένας, ε, πολυαγαπημένο μου και κλίνε μετά μένα.
-Οχτώ
Οχτάποδο του χταποδιού που σύρνει ομπρός κι οπίσω, μα να σε πάρω θέλω ’γώ, μα δα σε τυραννήσω.
-Εννιά
Εννιά ’ναι τα συντάγματα που στέκουνε για σένα τα μάγια-ν-απού σού ’καμα δε σ’ έπιασε κιανένα.
-Δέκα
Δέκα ’ναι, φως μου, οι γ-εντολές πού ’γραψ’ ο Θιος στην πλάκα, ώστε [=ώσπου] να ζω δα σ’ αγαπώ και μπιστικά μ’ αγάπα.
-Έντεκα
Έντεκα μήνες στέκομαι για να σου βρω ψεγάδι, δε σού ’βρηκα, πουλάκι μου, μουτ’ ένα-ν-ασκημάδι.
-Δώδεκα
Δώδεκα φίλους ήκαμα κι ήταν οι γι-Αποστόλοι, για να σε βλέπουν, μάθια μου, καθημερνή και σκόλη.
-Δεκατρία
Δεκατριώ χρονώ ’μουνε κι εσύ δεκατεσσάρω κι ελέγαν οι γονέοι μας πως ήθελα σε πάρω.
-Δεκατέσσερα
Δεκατεσσάρων ημερών ήτονε το φεγγάρι που σ’ έβαλα στο λοϊσμό κι ο νους μου να σε πάρει.
-Δεκαπέντε
Στα δεκαπέντε δα σου πω δυο λόγια με γλυκότη, πως άλλος δα τη ’γκαλιαστεί την ακριβή σου νιότη.
-Δεκαέξε
Και στο δεκάξε δα σου πω α θέλεις να με βάλεις στον κρουσταλλένιο σου λαιμό και στη γλυκιά σ’ αγκάλη.
-Δεκαεφτά
Στο δεκαφτά δα να σου πω, παλιά μου φιλενάδα, π’ ώσταν εξεχωρίσαμεν έχ’ η καρδιά μου λαύρα.
-Δεκαοχτώ
Στα δεκοχτώ δα να σου πω, το νου να ξαγοράσω, ε, πολυαγαπημενο μου και πώς δα σου ξεχάσω!
-Δεκαεννιά
Στα δεκαννιά ’ρθ’ ο έρωντας και μέ ’βρε στο κλινάρι και μέ ’βαλε και τραγουδώ την όμορφή σου χάρη.
-Είκοσι
Είκοσι περδικάβγουλα εις τη σειρά ’πού δέσει με μια μπαμπακερή κλωστή, αυτός δα σε κερδέσει.
-Εικοσιένα
Εικοσιένα πάτημα βρίσκεται στην αγάπη, πρέπει να μετρηθεί κιανείς πρίχου να μπει στα πάθη.
-Εικοσιδυό
Εικοσιδυό γραδώ ρακή να πιεις να σε λωλάνει, γιατί δε νταγιαντίζω μπλιο τα πείσματα που κάνεις.
-Εικοσιτρία
Εικοστριώ χρονώ ’σαι μπλιο και του Θεού γαζέπι, να σε βαστά, πουλάκι μου, αν κάθεσαι κι α στέλεις.
-Εικοσιτέσσερα
Στα εικοστέσσερα νησά απού ’χω γυρισμένα δεν είδανε τα μάθια μου καλύτερη από σένα.
-Εικοσιπέντε
Εικοσιπέντε κοπελιές με κάλλη και γλυκότη, καθόλου δεν αξίζουνε μπρος στη δική σου νιότη.
-Εικοσιέξε
Εικοσιέξε μηχανές να σε φωτογραφίσουν, τη χάρη και την ομορφιά πίσω δα την αφήσουν.
-Εικοσιεφτά
Πάνω στα εικοσιεφτά τό ’βαλα ’γώ στο νου μου για να σε φέρω, αγάπη μου, στο σπίτι του κυρού μου.
-Εικοσιοχτώ
Εικοσοχτώ ’ναι, μάθια μου, οι μέρες του Φλεβάρη, κι αν αγαπήσω άλλη κιαμιά, διάολος να με πάρει.
-Εικοσιεννιά
Πάνω στα εικοσεννιά θέλω να σε ρωτήξω αν είναι, φως μου, μπορετό να φύγω να σ’ αφήσω.
-Τριάντα
Τριάντα-ν-αγαπητικές ήκαμα στο γ-καιρό μου, μα τούτηνιά η γ-ύστερη δα νά ’ν’ ο θάνατός μου!
-Τριανταένα
Τριανταμιά αγαπητικιά, σα χάσω μια τριάντα, εμάθαν το πως σ’ αγαπώ, μόνο καλά νταγιάντα.
-Τριανταδυό
Τριανταδυό λαβωμαθιές ήκαμα στην καρδιά μου μα να σε πάρω θέλω ’γώ, μπουμπούλα κοπελιά μου!
-Τριαντατρία
Τριαντατρία χρόνια ζω, να πάω παραπάνω δεν το πιστεύγω, αγάπη μου, νιώθω τον κόσμο χάνω.
-Τριαντατέσσερα
Τριαντατέσσερά ’σανε τα ρόδα στο μεντήλι που μού ’πεψες κι εφίλησα το κόκκινό σου αχείλι.
-Τριανταπέντε
Τριανταπέντε ήσανε ρόδα και πορτακάλια, για να το δίδεις το φιλί με δίχως παρακάλια.
-Τριανταέξε
Τριανταέξε δα σου πω, α θέλεις με προδώσεις, ν’ ανοίξεις τ’ αγκαλάκια σου και μέσα να με χώσεις [=κρύψεις].
-Τριανταεφτά
Πάνω στα τριανταεφτά μέ ’πιασε μαύρη ζάλη γιατί τ’ ανεστορήθηκα τ’ αγγελικά σου κάλλη.
-Τριανταοχτώ
Πάνω στα τριανταοχτώ ήπεσα λιγωμένος κι εγέρνασί μου το νερό, μα ’γώ ’μουν ποθαμένος.
-Τριανταεννιά
Πάνω στα τριανταεννιά επήγαν να με θάψουν κι ήπεψεν η γι-αγάπη μου κορίτσα να με κλάψουν.
-Σαράντα
Και στα σαράντα, αγάπη μου, ’πόκαμεν η ζωή μου κι επάψανε οι πόνοι μου κι οι γι-ανεστεναγμοί μου.
3. Σειρά ερωτικών μαντινιάδων,
στις οποίες ο νέος τραγουδεί στην κοπελιά κι αυτή του κάνει διάφορες πειραχτικές ερωτήσεις παίρνοντας αφορμή από κάθε μαντινιάδα.
Α΄ παραλλαγή, από τη Λατσίδα [Λιουδάκη, σελ. 327-328]
-Φιλντιχιοκοκαλένια μου και νερατζαχειλού μου και πέρδικά μου πλουμιστή, κι επήρες τον το νου μου.
-Ντα πέρδικά ’μ’ εγώ;
-Πέρδικα-ν-είσαι, μάθια μου, με τα πετούμενά σου κι ελάβωσές μου την καρδιά με τα πεισματικά σου.
-Ντα πεισματαρού ’μ’ εγώ;
-Δεν είσαι συ πεισματαρού, μα ’γώ το λόγο λέω γιατ’ ήκαμες τα μάθια μου και μέρα νύχτα κλαίω.
-Και γιάντα κλαις;
-Κλαίω το το κορμάκι σου απού ’ναι σαν το σύρμα, στην πόρτα σας δα σκοτωθώ κι έχε το συ το κρίμα!
-Έδα καλά!
-Θέλει καλά, θέλει κακά, θέλει μαργιολεμένα, ο Θιος απού ’καμε για ’σέ να κάμει και για μένα.
-Να κάμει κοντό [=άραγε] είντα;
-Να κάμει το μουράτι μου [=την πεθυμιά μου], φως μου, για να σε πάρω, γλυκό ταιράκι να σε πω κι ύστερα να ποθάνω.
-Και πού δα με βρεις;
-Βρίσκω σε στο περβόλι σας, λεμόνι καθαρίζεις κι ο νέος απού σ’ αγαπά ’πό ’πόξω τριγυρίζει.
-Ποιός είν’ αυτός;
-Ένας ψηλός, ένας λιγνός, ένας σφιχτοζωσμένος κι από μακρά του φαίνεται πως είναι χαϊδεμένος.
-Και ποιός τονέ χαϊδεύγει;
-Η μάνα ντου κι ο κύρης του κι η γι-αγαπητικιά ντου και σαν τα ρόδα του Μαγιού είναι τα μάγουλά ντου.
-Και να τηνε πάρει θέλει κοντό [=θα την πάρει άραγε];
-Για να την πάρει πολεμά [=προσπαθεί], για να τηνέ νικήσει, μα δεν κατέχω, ζάβαλε, αν τήνε κανακίσει, γιατί ’χει αδερφό κακό και δεν το νταγιαντίζει παρά να παίξουνε τα δυο μαχαίρι και μολύβι [=σφαίρες].
[ζάβαλε=καημένε, έκφραση παράπονου τα δυο=εννοεί ο αδερφός και ο αγαπημένος, δηλ. ο ίδιος ο τραγουδιστής]
Β΄ παραλλαγή, από την Ανατολή Ιεράπετρας [Λιουδάκη, σελ. 328]
-Είντά ’σαι συ κι είντά ’μαι ’γώ και δε μπορώ να ζήσω, τ’ αγγελικό σου το κορμί πώς να το θεωρήσω [=να το κοιτάξω (καθαρευουσιάνικο)]
-Α μ’ αγαπάς θεώρει με [=κοίτα με].
-Πώς ημπορώ να σε θωρώ, πού ’σαι μέσα κλεισμένη, την Κυριακήν είσαι κερά, πέρδικα πλουμισμένη! [επειδή πήγαινε στην εκκλησία με τα καλά της ρούχα]
-Ντα πέρδικά ’μ’ εγώ;
-Δεν είσαι, φως μου, πέρδικα, μα τα καμώματά σου μ’ εφάγανε, μ’ εψήσανε αυτά τα ψόματά σου!
-Ντα ψεύτρα ’μ’ εγώ;
-Δεν είσαι ψεύτρα, μάθια μου, μα ’γώ το ψόμα λέω, για το δικό σου το κορμί μέρα και νύχτα κλαίω.
-Και γιάντα κλαις;
-Κλαίω το το κορμάκι σου απού ’ναι σαν το σύρμα, για σένα θε να σκοτωθώ κι έχε το συ το κρίμα!
-Τί κρίμα είν’ αυτό;
-Δεν είναι κρίμα, μάθια μου, πως δά ’ρθω να σε πάρω, γλυκό ταιράκι να σε πω κι ύστερα να ποθάνω.
-Και πώς δα με πάρεις;
-Σε παίρνω απού το σπίτι σας, που καθαρίζεις ρύζι, αγάπα τον αυτό ντο νιο απού σε τριγυρίζει.
-Και πού δα με βρεις;
-Βρίσκω σε στο περβόλι σας, λεμόνι καθαρίζεις κι ο νέος απού σ’ αγαπά ’πό ’πόξω τριγυρίζει.
-Και ποιός με τριγυρίζει;
-Σε τριγυρίζουνε πολλοί, μην αγαπάς κιανένα, κι αν αγαπάς αλλού ποθές [=πουθενά] δε θά ’ναι σαν και μένα.
-Κι είντά ’σαι συ;
-Είμαι ψηλός, είμαι λιγνός και μοσκανεθρεμμένος βάνω το φέσι μου στραβά σαν πολυχαϊδεμένος.
-Και ποιός σ’ εχάιδεψε;
-Μ’ εχάιδευγεν μάνα μου σαν ήμουνε παιδάκι, μ’ έβανε στ’ αγκαλάκι τζης και μού ’διδε βυζάκι.
-Και γιάντα σου τό ’διδε;
-Μου τό ’διδε, πουλάκι μου, ώσπου ’θελα νυστάξω, κι απόψε ’πολυνύσταξα, στρώσε μου να πλαγιάσω…

Wednesday, December 27, 2006

ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ: ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ.

To ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει σήμερα ένα υπέροχο άρθρο του Δημήτρη Πατέλη που έχει σχέση με το μεγάλο πρόβλημα της ανεργίας. Η ανεργία είναι μια από τις δεινότερες καταστάσεις, στις οποίες μπορεί να περιέλθει ο άνθρωπος αν δεν έχει άλλους πόρους διαβίωσης εκτός από την εργασία του. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα περίπλοκο κοινωνικό φαινόμενο, τα αίτια και οι συνέπειες του οποίου καθιστούν ανέφικτες, ανεπαρκείς και ελλιπείς τις μονοσήμαντες και περιορισμένες προσεγγίσεις του. Οι περισσότερες μελέτες για την ανεργία συνήθως αυτοπεριορίζονται σε ένα μινιμαλιστικά συρρικνωμένο πλαίσιο και επικεντρώνονται οι ήσσονος κλίμακας τεχνικές εμπειρικών επισημάνσεων. Η επιστημονική διερεύνηση του ζητήματος της ανεργίας οφείλει να εντάσσεται οργανικά σ’ ένα ευρύτερο διεπιστημονικό πλαίσιο, ικανό να ξεπερνά τον εμπειρισμό και τις φαινομενολογικές προσεγγίσεις του συρμού και να τεκμηριώνει στο επίπεδο της πολιτικής οικονομίας και της κοινωνικο-φιλοσοφικής θεώρησης τις προοπτικές της ένταξης του αγώνα εργαζομένων και ανέργων στην επαναστατική στρατηγική.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ - ΑΝΕΡΓΙΑ
ΧΕΙΡΑΓΩΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΧΕΡΑΦΕΤΗΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ
Σύμφωνα με τον απόλυτο, γενικό νόμο της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης «μια διαρκώς αυξανόμενη μάζα μέσων παραγωγής μπορεί χάρη στην πρόοδο της παραγωγικότητας της κοινωνικής εργασίας να τίθεται σε κίνηση από μια προοδευτικά φθίνουσα δαπάνη ανθρώπινης δύναμης».[1] Ως συνέπεια αυτού του νόμου ο εφεδρικός στρατός εργασίας, αυτός ο εργατικός «υπερπληθυσμός συσσώρευσης, αλλά και όρος ύπαρξης του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής[2], στα πλαίσια μιας αυτοαναπαραγόμενης διαδικασίας, τα αποτελέσματα της οποίας γίνονται στη συνέχεια αίτια, ενώ οι εναλλασσόμενες φάσεις της αποκτούν περιοδική μορφή.[3] Ο αυθόρμητος καταμερισμός εργασίας προκαλεί επίσης την δομική ανεργία, η οποία διασφαλίζει την απελευθέρωση της εργασίας για την αναδιανομή της μεταξύ των σφαιρών και των κλάδων της παραγωγής.
Η ανεργία είναι οργανική έκφραση των χαρακτηριστικών για την κεφαλαιοκρατία τρόπων διευθέτησης των αντιφάσεων που ενυπάρχουν στην ανάπτυξη των ίδιων των παραγωγικών δυνάμεων. Η εξοικονόμηση εργασίας μετατρέπεται για πολλούς ικανούς προς εργασία ανθρώπους σε «απαλλαγή» από την εργασία, η αντιστοιχία επιτυγχάνεται προσωρινά με τις κυκλικές κρίσεις, ενώ ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας αναπτύσσεται με τον μηχανισμό της δομικής ανεργίας.
Η επιστημονική και τεχνική πρόοδος παρέχει στο κεφάλαιο διαρκώς αυξανόμενες δυνατότητες διεύρυνσης στα πλαίσια της ήδη συσσωρευμένης αξίας, είτε ακόμα και με απόλυτη μείωση της τελευταίας. Η συνένωση της αποσπασμένης από την άμεση εργασία επιστήμης με το κεφάλαιο επιτρέπει στο τελευταίο να «ιδιοποιείται δωρεάν» τα αποτελέσματα της κοινωνικής προόδου[4]. Το κεφάλαιο αποκτά τη δυνατότητα περαιτέρω ανάπτυξης, χωρίς να αυξάνει, αλλά αντίθετα μειώνοντας τις δαπάνες για ζωντανή εργασία, «απωθώντας» όλο και περισσότερο τον ίδιο τον άνθρωπο από την παραγωγή, παίρνοντας την μορφή όλο και πιο τελειοποιημένων, αυτοματοποιημένων μέσων παραγωγής, για την λειτουργία των οποίων όλο και λιγότερο αναγκαία γίνεται η άμεση συμμετοχή του ανθρώπου. Όπως είναι φυσικό η πλήρης απασχόληση δεν ταυτίζεται με τα κριτήρια εκείνα της οικονομικής «ανάπτυξης» που αντικειμενικά υπαγορεύει η υπό τις εκάστοτε συνθήκες μέγιστη δυνατή κερδοφορία.
Μέσα απ’ αυτές τις αντιφάσεις διαφαίνονται ήδη σαφώς οι τάσεις προς μια διαδικασία κατά την οποία «η άμεση εργασία και η ποσότητα της εξαφανίζονται ως καθοριστική αρχή της παραγωγής, της δημιουργίας χρηστικών αξιών, από ποσοτικής πλευράς η άμεση εργασία ανάγεται σε λιγότερο σημαντικό μερίδιο, ποιοτικά μετατρέπεται σε κάποια αναγκαία μεν πλην όμως δευτερεύουσας σημασίας στιγμή σε σχέση με την καθολική επιστημονική εργασία, σε σχέση με την τεχνολογική χρησιμοποίηση της φυσιογνωσίας».[5] Γίνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο προφανής η ανεπάρκεια της κατ’ εξοχήν στατικής και ποσοτικής αντιμετώπισης των προβλημάτων που αφορούν τις σύγχρονες τάσεις στον καταμερισμό της κοινωνικής εργασίας και του κοινωνικού χρόνου. Αυτή η στατική αντιμετώπιση οδηγεί π.χ. στην αναγωγή του προβλήματος της ανεργίας και των επιπτώσεών της σε κάποια περιθωριακά ποσοστά του εργατικού δυναμικού, του πληθυσμού κλπ.
Η εισαγωγή των νέων τεχνολογιών και η συνακόλουθη σταδιακή απομάκρυνση της εργασίας από την άμεση διαδικασία της παραγωγής δημιουργούν βαθμιαία την δυνατότητα μετατροπής του ελεύθερου χρόνου σε μέτρο και κριτήριο του κοινωνικού πλούτου, ενός πλούτου που θα υποσκελίσει αυτόν που εκπροσωπεί σήμερα η συσσώρευση ανταλλάξιμων αγαθών (εμπορευμάτων) και του καθολικού ισοδύναμού τους (χρήματος). Ωστόσο το μέτρο του πλούτου της κοινωνίας δεν είναι οποιοσδήποτε ελεύθερος χρόνος, αλλά εκείνος ο οποίος ανακύπτει από την εξάλειψη των αυστηρά οριοθετημένων πλαισίων εργασίας και ελεύθερου χρόνου, από την βαθμιαία υπέρβαση της εργασίας ως μέσου και την αντικατάστασή της από την εργασία ως αυτοσκοπό, ως τρόπο ανάπτυξης του συνόλου των δημιουργικών ικανοτήτων του ανθρώπου μέσω της καθολικής δημιουργικότητας. Συνεπώς πρόκειται για τον χρόνο που συνιστά το πεδίο της διαμόρφωσης ολόπλευρα ανεπτυγμένων προσωπικοτήτων.
Όμως η δυνατότητα αυτή είναι αδύνατο να καταστεί ενεργός πραγματικότητα στα πλαίσια του κεφαλαιοκρατικού οικονομικού και κοινωνικού σχηματισμού. Αποτελεί τάση προς την οποία κινείται ασυμπτωτικά το κεφάλαιο ως οικονομική και κοινωνική σχέση με την αλλαγή της οργανικής του σύνθεσης και τις αντιφατικές επιπτώσεις της (πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους κ.λ.π.)
Η δυνατότητα αυτή είναι κατ’ αρχήν απραγματοποίητη (σε πλήρη βαθμό) στην κεφαλαιοκρατία εφ’ όσον οι σχέσεις παραγωγής που την χαρακτηρίζουν αναπτύσσουν μόνο κατά συμβατό προς τον εαυτό τους τρόπο και σε ορισμένο βαθμό όλα τα συστατικά στοιχεία της εργασιακής - παραγωγικής διαδικασίας (τα μέσα της εργασίας, το αντικείμενο της εργασίας, τον τρόπο της εργασίας και κυρίως το υποκείμενο της εργασίας, τον άνθρωπο). Γι’ αυτό είναι τουλάχιστον αφελή μυθεύματα οι απόψεις που φέρουν την κεφαλαιοκρατία ως συνώνυμο της τεχνολογικής προόδου, αλλά και κάθε προόδου. Η τεχνολογική πρόοδος προωθείται απ’ το κεφάλαιο μόνο στο βαθμό (και με τις μορφές εκείνες) που συνδέεται με την κερδοφορία. Αρκεί εδώ να σταθούμε στο αποτέλεσμα και στον τρόπο της εργασίας. Όσον αφορά το πρώτο, η κεφαλαιοκρατία είναι ανίκανη να διασφαλίσει όχι μόνο το βέλτιστο (optimum), αλλά ούτε καν το ελάχιστο (minimum) των βιοτικών αναγκών των ανθρώπων (όχι μόνο στις λιμοκτονούσες χώρες, αλλά και στις πλέον ανεπτυγμένες, με το μοντέλο που ο θεωρητικός της δυτικογερμανικής σοσιαλδημοκρατίας Π. Γκλότς αποκάλεσε «κοινωνία των δύο τρίτων»). Αναφορικά με τον δεύτερο, όσο κι αν γινόμαστε μάρτυρες θεαματικών βημάτων στον τομέα της επαναστατικοποίησης της παραγωγής με νέες τεχνολογίες, επί κεφαλαιοκρατίας δεσπόζει και κυριαρχεί η επαναλαμβανόμενη εργασία.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι δυνατότητες μετατροπής του ελεύθερου χρόνου της κοινωνίας, ως πεδίου ολόπλευρης ανάπτυξης των προσωπικοτήτων που την απαρτίζουν, σε μέτρο του πλούτου της εκδηλώνονται θετικά μόνο ως ψήγματα και περιορισμένου, μονόπλευρα τροποποιημένου χαρακτήρα προανακρούσματα του μέλλοντος. Ιδιαίτερα έκδηλη είναι η αρνητική μορφή εμφάνισης αυτών των δυνατοτήτων κυρίως ως αναγκαστικός «ελεύθερος χρόνος».Απ’ αυτή την άποψη η ανεργία συνιστά μιαν απ’ τις πρώτες και γι’ αυτό κατ’ εξοχήν αρνητική, αποφατική και καταστροφική μορφή εκδήλωσης των δυνατοτήτων απελευθέρωσης της ανθρωπότητας από την άμεση διαδικασία της παραγωγής. Η αντικειμενική αυτή δυνατότητα δεν εκδηλώνεται εδώ ως δυνατότητα για ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας, αλλά ως παροπλισμός, φθορά, υπονόμευση και άμεση καταστροφή της βιολογικής, κοινωνικής και ψυχικής υπόστασης μεγάλου μέρους και έμμεσα - του συνόλου της εργατικής τάξης.
Η ανεργία είναι μια άμεση μορφή εκδήλωσης της στρεβλής και ανορθολογικής χρήσης του κοινωνικού πλούτου, (συμπεριλαμβανομένου και του κοινωνικού χρόνου), που αποτελεί ταυτόχρονα μορφή διευθέτησης των αντιφάσεων της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας μέσω του κατακερματισμού και της χειραγώγησης της εργατικής τάξης (βλέπε μείωση της «διαπραγματευσιμότητας» και της αγωνιστικότητας), αλλά και έναν από τους τρόπους «ρύθμισης» ανισορροπιών μεταξύ εργασιοβόρων και αυτοματοποιημένων παραγωγικών διαδικασιών, μεταξύ του τομέα έντασης εργασίας και του τομέα έντασης κεφαλαίου σε εθνική και διεθνή κλίμακα. Από αυτήν την άποψη η ανεργία αποτελεί οργανικό συστατικό στοιχείο της αντιφατικότητας και της ανισομέρειας της ανάπτυξης της κεφαλαιοκρατίας. Η αύξηση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού μέσω της εισαγωγής τεχνολογικών νεωτερισμών στην παραγωγή ορισμένων τομέων, οι οποίοι εντοπίζονται κατ’ εξοχήν στις ανεπτυγμένες κεφαλαιοκρατικές χώρες, μεταβάλλει την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, περιορίζοντας τις δυνατότητες άντλησης υπεραξίας στους εν λόγω τομείς. Οι τομείς. Οι τομείς αυτοί των προωθημένων τεχνολογιών και του υψηλού βαθμού αυτοματοποίησης αποτελούν μόνο το εμφανές μέρος του παγόβουνου του σύγχρονου παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Ως ευρεία βάση αυτών των τομέων λειτουργούν οι τομείς εκείνοι της παραγωγής που χαρακτηρίζονται από σχετικά στάσιμη παραγωγικότητα, οργανωτικές δομές και από ένταση εργασίας. « Η Μόνη διέξοδος ... είναι να υπάρξει μεταφορά υπερεργασίας από τον τομέα εντάσεως εργασίας προς τον τομέα εντάσεως κεφαλαίου, να υπάρξει δηλαδή υπερεκμετάλλευση της εργασίας στον παραδοσιακό τομέα της οικονομίας»[6]. Εκ των ων ουκ άνευ στοιχείο αυτού του μηχανισμού μεταφοράς υπεραξίας και υπερεκμετάλλευσης, μαζί με το διεθνές νομισματικό και πιστωτικό σύστημα είναι και η ανεργία, η οποία δεν αποτελεί απλώς - όπως σπεύδουν συχνά να την παρουσιάσουν όσοι επιδιώκουν την συγκάλυψη του ταξικού της χαρακτήρα - επίπτωση της τεχνολογικής προόδου, αλλά και πρόσφορο «εργαλείο» για την «απορύθμιση» και την «ευελιξία» των εργασιακών σχέσεων.[7] Είναι ταυτόχρονα εκδήλωση του γεγονότος ότι οι υφιστάμενες κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής ανακόπτουν την ανάπτυξη, υπονομεύουν και καταστρέφουν τις δυνάμεις παραγωγής και κυρίως το υποκείμενο της παραγωγής, τον άνθρωπο.
Σήμερα παρατηρούμε σε παγκόσμια κλίμακα μια τάση κατάργησης παραδοσιακών κεκτημένων του εργατικού κινήματος, η οποία χαρακτηρίζεται συχνά ως «απορύθμιση» της αγοράς εργασιακής δύναμης. Τάση αυτή που προωθείται στην Ευρωπαϊκή Ένωση (με το γνωστό πακέτο της «Λευκής Βίβλου» κλπ.), είναι ουσιαστικά μιαν απόπειρα επαναπροσδιορισμού και ρύθμισης της παγκόσμιας αγοράς εργασιακής δύναμης με τους όρους που θέτουν οι πολυεθνικές εταιρίες - μονοπώλια σε μια διεθνή συγκυρία άκρως δυσμενή για την εργατική τάξη, με ολοένα και πιο πιεστική την απειλή του φάσματος της ανεργίας.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η ανεργία είναι μια από τις δυνάμει ή ενεργεία καταστάσεις των εργαζομένων και συνεπώς δεν αφορά αποκλειστικά τον άμεσο (στενό η ευρύ κατά περιόδους) κύκλο των εκάστοτε ανέργων. Πρέπει να θεωρείται πλέον πρακτικά και θεωρητικά αποδεδειγμένο ότι η ανεργία και οι επιπτώσεις της δεν είναι περιθωριακό φαινόμενο που θίγει αποκλειστικά τους ανέργους είτε τους αμέσως απειλούμενους με απόλυση. Η ανεργία είναι ένα οργανικό συστατικό στοιχείο της λειτουργίας της παραγωγής και της αναπαραγωγής του όλου πλέγματος των υφιστάμενων οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων. Η γενικευμένη επίδραση του φαινομένου της ανεργίας στο σύνολο των εργαζομένων είναι απόρροια του γεγονότος ότι η ίδια η ανεργία ως χαρακτηριστικό και παράγωγο της συγκεκριμένης ιστορικά (κεφαλαιοκρατικής) σχέσης μεταξύ εργαζομένων και εργοδοσίας επενεργεί με την σειρά της σε αυτή τη σχέση προσδίδοντάς της νέα χαρακτηριστικά.
Ακόμα και τα διαθέσιμα εμπειρικά στοιχεία αποδεικνύουν ότι η ανεργία με όλες τις εκφάνσεις της (μερική απασχόληση, υποαπασχόληση, εταιροαπασχόληση κλπ.) θίγει άμεσα την πλειονότητα των εργαζομένων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η άμεση, η διαμεσολαβημένη (ιδεολογική, ψυχολογική κλπ.) επίδραση που ασκεί στο σύνολο των μισθωτών. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι το 48% των απασχολούμενων στον τομέα παροχής υπηρεσιών στην περιοχή της πρωτεύουσας και το 19% στο σύνολο της χώρας εργάζονται και σε μια δεύτερη απασχόληση.[8] Ο συνολικός αριθμός των ελλήνων ανέργων από 349.800 που ήταν το 1992 έφτασε στους 446.379 (ποσοστό αύξησης 27,6%).[9] Οι πλέον ευπαθείς ομάδες είναι νέοι από 20 έως 24 ετών, καθώς επίσης και τα άτομα ηλικίας από 30 έως 44 ετών, ενώ οι γυναίκες αποτελούν το 62,5 % των ανέργων. Από τον συνολικό αριθμό των ανέργων 260.οοο (58,2%) είναι άνεργοι μακράς διαρκείας (άνεργοι για διάστημα μεγαλύτερο των 12 μηνών).[10]
Πάνω από το 50% των ανέργων διαθέτουν δευτεροβάθμια εκπαίδευση, 25% - πρωτοβάθμια (δημοτικού), ενώ πάνω από το 20% είναι οι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.[11] Η Ελλάδα κατέχει την Πέμπτη παγκόσμια θέση στην ανεργία των νέων (28%). Οι πρόσκαιρα απασχολούμενοι είναι περίπου 345.000 και οι απασχολούμενοι στο φασόν ξεπερνούν τις 300.000. Οι μερικώς απασχολούμενοι προσεγγίζουν το 5%.[12] Τα στοιχεία αυτά δεν καλύπτουν την συγκαλυμμένη ανεργία π.χ. όσων εργάζονται στον αγροτικό τομέα, των εργαζομένων με «ελαστικές μορφές απασχόλησης», των ανασφάλιστων και των υποαπασχολούμενων.
Η γεωγραφική κατανομή της ανεργίας είναι αρκετά ενδεικτική από την άποψη της αναδιάρθρωσης του παγκόσμιου και «ελληνικού» κεφαλαίου, από την άποψη του μηχανισμού μεταφοράς υπεραξίας που προαναφέραμε, ο οποίος προϋποθέτει και τη μεταφορά εργασιοβόρων τομέων της παραγωγής σε χώρες φθηνού «κόστους εργασίας». Έτσι είναι χαρακτηριστική η αυξημένη ανεργία στα μεγάλα αστικά κέντρα (το 43,7% των ανέργων της ελληνικής οικονομίας βρίσκεται στον νομό Αττικής),[13] και στη Βόρειο Ελλάδα, λόγω της μετακίνησης επιχειρήσεων στις γειτονικές χώρες (ιδιαίτερα στους κλάδους της κλωστοϋφαντουργίας, της ένδυσης και της υπόδησης).[14] Τα φαινόμενα αυτά συνδέονται με την έκδηλη τάση «αποβιομηχάνισης». Η τελευταία στο βαθμό που δεν εντάσσεται στην σφαιρική εξέταση των διαρθρωτικών αλλαγών της παγκόσμιας κεφαλαιοκρατίας οδηγεί σε αφελή συμπεράσματα το εργατικό κίνημα και την αριστερά (βλ. π.χ. τα συνθήματα περί της ανάπτυξης της «εθνικής οικονομίας» προς όφελος του λαού και του τόπου...).
Οι προβλέψεις του ΟΟΣΑ είναι αρκετά ευοίωνες για το κεφάλαιο (500.000 περίπου άνεργοι στην Ελλάδα το 1998). Σημαντική θα είναι επίσης και η μείωση του ρυθμού αύξησης του κόστους εργασίας ανά μονάδα: από 12% το 96, 6,8 το 1997 και 5,9% το 1998. Το κόστος εργασίας στο διάστημα 1990 - 1996 μειώθηκε ουσιαστικά κατά 11% (όταν στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης η μείωση ανέρχεται στο 4%) και βρίσκεται σήμερα στα επίπεδα του 1976![15]...Βλέπουμε λοιπόν την σαθρότητα του μυθεύματος περί δήθεν «υψηλού κόστους εργασίας» που ευθύνεται για την ανεργία. Η αλματώδης κερδοφορία των πλέον επιθετικών τμημάτων του κεφαλαίου συνδέεται οργανικά με την αύξηση της ανεργίας και την συνολική απαξίωση της εργασιακής δύναμης.[16] ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ. Η διεύρυνση των κοινωνικών και ψυχολογικών επιδράσεων της ανεργίας δεν μπορεί να περιορίζεται στην εμπειρική επισήμανση επιμέρους «συμπτωμάτων» των ανέργων ως πληθυσμιακής κατηγορίας. Μια τέτοια έρευνα για να έχει την απαραίτητη τεκμηρίωση, εγκυρότητα, πληρότητα και επάρκεια, πρέπει να διευρύνει το αντικείμενό της και τους τρόπους προσέγγισής του. Οφείλει να είναι ενταγμένη σ’ ένα ευρύ στρατηγικό ερευνητικό πρόγραμμα διεπιστημονικής διερεύνησης της δυναμικής (των τάσεων των συσχετισμών κλπ.) της κοινωνικής και ταξικής διάρθρωσης της ελληνικής κοινωνίας και της θέσης της εργατικής τάξης σε αυτήν. Η έρευνα αυτή πρέπει να περιλαμβάνει την εξέταση της σημερινής κατάστασης και διαχρονικής εξέλιξης των κατηγοριών του πληθυσμού ως προς την θέση τους στο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής, ως προς τον ρόλο τους στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας, ως προς τον τρόπο προσπορισμού και το μέγεθος του μεριδίου του κοινωνικού πλούτου που μπορούν να ιδιοποιούνται.[17] Θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει την διερεύνηση του βιοτικού επιπέδου, του τρόπου ζωής, αλλά και των κοινωνικο - ψυχολογικών και ιδεολογικών χαρακτηριστικών (στάση ζωής, στοχοθεσίες, συμπεριφορές, επίπεδα και κατευθύνσεις συλλογικότητας κλπ.) των πληθυσμιακών κατηγοριών. Η εμπειρική έρευνα θα πρέπει να αφορά ευρείας κλίμακας, δείγμα και να περιλαμβάνει συνεντεύξεις με ανοικτό, εκτεταμένο και λεπτομερές ερωτηματολόγιο που θα αφορά το χαρακτήρα, τον καταμερισμό και τις συνθήκες εργασίας (υγιεινής ασφάλειας κλπ.) τον εργάσιμο χρόνο, την εργασιακή χρόνο, την εργασιακή πειθαρχία, τον χρόνο μετακινήσεων, τις εργασιακές σχέσεις, τις αποδοχές, το βιοτικό επίπεδο, τις τεχνολογικές αλλαγές, την σχέση προς τα συνδικάτα, την εργοδοσία, το επίσημο κράτος κλπ.[18] Με δεδομένη την διεθνοποίηση των οικονομικών και κοινωνικών διαδικασιών η έρευνα αυτή θα πρέπει με την σειρά της να επεκτείνεται στο ευρωπαϊκό και στο παγκόσμιο επίπεδο. Η επέκταση αυτή δεν υπαγορεύεται μόνο από την εσωτερική λογική της έρευνας, αλλά και από τις πρακτικές ανάγκες του εργατικού κινήματος όπως αυτές διαμορφώνονται από τις νέες τάσεις της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας αγοράς εργασίας. Η γεωγραφική ευλυγισία και ευκινησία του πολυεθνικού κεφαλαίου και των διεθνών νομισματικών και πιστωτικών οργανώσεων (Δ.Ν.Τ, ΟΟΣΑ, Π.Τ. κλπ.) του παρέχει την δυνατότητα παράκαμψης της αντίστασης των σε εθνικό επίπεδο συγκροτημένων εργατικών οργανώσεων, θεσμικών - νομοθετικών κλπ. εμποδίων μέσω της κατεύθυνσης των νέων πιστώσεων και επενδύσεων, μέσω της μεταφοράς της παραγωγής σε άλλες χώρες κλπ.[19] Κατά συνέπεια αυτός ο διεθνής προσανατολισμός της έρευνας καθίσταται αναγκαίος για την τεκμηρίωση του ζωτικής σημασίας για το σύγχρονο εργατικό κίνημα διεθνούς συντονισμού της δράσης του. Μόνο ένα διεθνώς συγκροτημένο εργατικό κίνημα με επιστημονική τεκμηρίωση της στρατηγικής και τακτικής του θα είναι ικανό να αντιπαρατεθεί στον διεθνή συντονισμό του κεφαλαίου και στην ογκούμενη με την οικονομική μετανάστευση βαρβαρότητα του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Η μελέτη της ανεργίας και των επιπτώσεών της απασχολεί από καιρό τους κοινωνικούς επιστήμονες. Μεγάλο μέρος της σχετικής βιβλιογραφίας αφορά τις κοινωνικές παραμέτρους του φαινομένου, όπως αυτές εκδηλώνονται στους ανέργους ως πληθυσμιακή κατηγορία και στον άμεσο περίγυρό τους. Η ίδια η λογική της εμπειρικής ανάδειξης και καταμέτρησης κοινωνικο - ψυχολογικών παραμέτρων της ανεργίας στην άμεσα θιγόμενη κατηγορία του πληθυσμού υπαγορεύει την διερεύνηση αντίστοιχων (θετικών, αρνητικών κ.λ.π.) παραμέτρων στον εργαζόμενο πληθυσμό, με στόχο την συγκριτική ανάλυση των δεδομένων και την συναγωγή κάποιων συνθετικών πορισμάτων αναφορικά με τις έννοιες της «νόρμας» και της «παρέκκλισης». Εκτεταμένες έρευνες δείχνουν ότι περίπου το 32% των ερωτηθέντων θα εξακολουθούσαν να εργάζονται στην ίδια θέση τους αν δεν υπήρχε οικονομική ανάγκη, ενώ το 65% των εκδηλώσεων την επιθυμία τους κατ’ αρχήν να μην εγκαταλείψουν την δουλειά τους. Την στάση τους αυτή δικαιολογούσαν οι ερωτηθέντες συνήθως με τις απαντήσεις «Για να απαλλαγώ απ’ την πλήξη», «Δεν θα αισθανόμουν καλά αν δεν εργαζόμουν», «Θα τρελαινόμουν χωρίς δουλειά». Μόνο το 12% θα συνέχιζαν να εργάζονται διότι τους ικανοποιεί η δουλειά τους, είτε γενικά τους αρέσει να εργάζονται.[20] Παρατηρείται μάλιστα μια γενική τάση αύξησης του ποσοστού των μη ικανοποιημένων από την εργασία τους. Έρευνα στις ΗΠΑ, (αρχές της δεκαετίας του 1980) έδειξε ότι το 75% των ερωτηθέντων δεν θα ήθελαν να απασχολούνται σε καλά αμοιβόμενη, αλλά μη ενδιαφέρουσα εργασία. Το 78 % θα αρνούνταν να εγκαταλείψουν δουλειά που τους αρέσει για άλλη υψηλότερα αμοιβόμενη και το 56% δήλωσαν την αντίθεσή τους στην πάγια πεποίθηση των γονέων τους κατά την οποία «ο οικογενειάρχης πρέπει να επιλέγει εργασία που αμοίβεται καλλίτερα και όχι εκείνη που τον ικανοποιεί περισσότερο, αλλά αμοίβεται χειρότερα».[21] Προθυμία να μεταβούν σε πιο ενδιαφέρουσα εργασία με χαμηλότερη αμοιβή δήλωσαν το 1978 το 1\3 των ερωτηθέντων γάλλων εργατών και περίπου τα 2\3 των εργαζομένων με μέσο μορφωτικό επίπεδο. Το 1980 σε έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε διάφορες κατηγορίες εργαζομένων της ΟΔΓ η πλειονότητα (ποσοστά από 63 μέχρι 70%) απάντησαν αρνητικά στο ερώτημα: « Θα ήταν η ζωή πιο ενδιαφέρουσα αν δεν ήταν ανάγκη να δουλεύετε;» Στα πλαίσια της έρευνας Guality of Amerikan Life (1976) εξακριβώθηκε ότι η ικανοποίηση από την εργασία συμβάλλει στατιστικά χαμηλότερα στον δείκτη γενικής ικανοποίησης απ’ ότι η ικανοποίηση από τον γάμο και την οικογένεια.[22] Άλλη έρευνα έδειξε ότι ενώ η σημαντικότερη πηγή ευτυχίας είναι η ευτυχία στην οικογενειακή ζωή, η σημαντικότερη πηγή δυστυχίας είναι το ανικανοποίητο από την εργασία. Στην διαθέσιμη βιβλιογραφία υπάρχει πληθώρα κλιμάκων ικανοποίησης από την εργασία, από διάφορες απόψεις. Κοινωνιολογικές έρευνες αποδεικνύουν και εμπειρικά ότι η άμεση εργασιακή διαδικασία βιώνεται συχνότερα από άλλους τομείς δραστηριοτήτων ως πηγή αισθημάτων αδυναμίας, απουσίας νοήματος και αποξένωσης. Το ανεκπλήρωτο των στόχων, η κατάπνιξη της ανάγκης για ενδιαφέρουσα εργασία ως πεδίο εκδήλωσης δημιουργικότητας και ανεξαρτησίας, επιδρά αρνητικά τόσο στην στάση προς εργασία, όσο και στην ψυχική διάθεση και στον αυτοσεβασμό, στην αυτοκαταξίωση των εργαζομένων. Μακροχρόνιες έρευνες ομάδας επιστημόνων υπό τον M. L. Kohn ανέδειξαν ενδιαφέροντα στοιχεία αναφορικά με την δυναμική διαχρονικής εξέλιξης των αξιολογικών προσανατολισμών και σημαντικών ψυχικών λειτουργιών της προσωπικότητας. Το δείγμα της αρχικής έρευνας (1964) περιελάμβανε 3100 αμερικανούς εργαζόμενους σε διάφορους τομείς (ανώτερο διοικητικό - διευθυντικό προσωπικό, μεσαίους επιχειρηματίες, λογιστές, τεχνικούς, ειδικευμένους, ημιειδικευμένους και ανειδίκευτους εργάτες). Η επαναληπτική φάση της έρευνας (1974) συμπεριέλαβε 687 άτομα του αρχικού δείγματος και 269 εργαζόμενες συζύγους τους. Το ζητούμενο ήταν η ανίχνευση του βαθμού και του τρόπου επίδρασης της κοινωνικο - ταξικής ένταξης και των συγκεκριμένων εργασιακών συνθηκών στους αξιολογικούς προσανατολισμούς και σε ψυχικές λειτουργίες της προσωπικότητας. Πραγματοποιήθηκε λοιπόν μια στατιστική αντιπαραβολή της κοινωνικής κατάστασης του ατόμου, του μορφωτικού του επιπέδου, της θέσης του στην ιεραρχική δομή της επιχείρησης, του χαρακτήρα της εργασίας που εκτελεί (ο βαθμός δυσκολίας του περιεχομένου της, η αυτοτέλεια, η υπευθυνότητα, ο χαρακτήρας της εξωτερικής εποπτείας, δηλαδή το αν η επιστασία προϊσταμένων είναι διαρκής, είτε αν ελέγχονται μόνο τα αποτελέσματα της εργασίας, ο βαθμός ανίας που χαρακτηρίζει ορισμένες παραγωγικές ενέργειες κ.λ.π.) και άλλων αντικειμενικών παραγόντων με τους αξιολογικούς προσανατολισμούς (στοχοθεσίες, στάση ζωής κλπ.) των ερωτούμενων, με την ευελιξία των νοητικών διαδικασιών, με τον αυτοσεβασμό, την συναισθηματική κατάσταση κλπ. Το δεκαετές χρονικό διάστημα μεταξύ αρχικής και επαναληπτικής έρευνας παρείχε σημαντικές δυνατότητες επισήμανσης των αλλαγών στη θέση, στους προσανατολισμούς και στον ψυχισμό των εργαζομένων, αποκαλύπτοντας την ύπαρξη όχι μόνο στατιστικά σημαντικών σχέσεων μεταξύ εξαρτημένων και ανεξάρτητων μεταβλητών, αλλά και αιτιώδους συνάφειας. Αποδείχθηκε λοιπόν η ύπαρξη ενός σαφούς στενού δεσμού μεταξύ του χαρακτήρα της εργασίας αφ’ ενός και αξιολογικών προσανατολισμών, ψυχικών διαδικασιών και αυτοσυνείδησης της προσωπικότητας. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι εκτιμούν την αυτοτέλεια, την δυνατότητα λήψης υπεύθυνων αποφάσεων εκδηλώνεται μεταξύ άλλων και στις σχέσεις τους με την κοινωνία, με τον εαυτό τους και με την οικογένειά τους. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και οι συγκεκριμένες συνθήκες εργασίας: μια πιο περίπλοκη και αυτοτελής εργασία ευνοεί την ανάπτυξη μιας πιο ευέλικτης νόησης και μιας αυτοτελούς σχέσης προς την κοινωνία και προς τον εαυτό του εργαζόμενου. Τουναντίον η μονότονη εργασία που περιορίζει την αυτοτέλεια καθιστά την νόηση του ανθρώπου πιο στερεότυπη ευνοώντας την διαμόρφωση μιας συμβιβαστικής - κομφορμιστικής σχέσης προς τον εαυτό του και την κοινωνία. Ο άνθρωπος, η εργασιακή δραστηριότητα του οποίου χαρακτηρίζεται από αυτονομία και είναι απαλλαγμένη από λεπτομερή εξωτερική εποπτεία, προσλαμβάνει και συνειδητοποιεί καλλίτερα το εσωτερικό νόημα και την ανθρώπινη αξία της εργασίας τους. Αντίθετα ο εξωτερικός σχολαστικός έλεγχος προκαλεί στον εργαζόμενο την αίσθηση της δικής του αδυναμίας - ανεπάρκειας, η οποία συχνά προβάλλεται σ’ ολόκληρο τον κόσμο, φτάνοντας μερικές φορές και σε νευρο - ψυχικές διαταραχές. [23] Οι παράγοντες αυτοί αντανακλώνται και στην ψυχολογία της προσωπικότητας. Όσο λιγότερες δυνατότητες παρέχει η εργασία στον άνθρωπο για εκδήλωση πρωτοβουλίας, τόσο περισσότερο επιρρεπής γίνεται αυτός προς σχέσεις υποταγής στο επιβεβλημένο κύρος και την αυθεντία και στους υπόλοιπους τομείς της ζωής του, θεωρώντας τον περιβάλλοντα κόσμο αλλότριο, εχθρικό και απειλητικό, γεγονός που αυξάνει την πιθανότητα εκδήλωσης συναισθηματικών διαταραχών. Επισημαίνεται και στατιστικά μια σχέση αμοιβαίας συνάφειας και αλληλεπίδρασης μεταξύ ιδιοτήτων που διαμορφώνονται κατά την εργασία και ιδιοτήτων που εκδηλώνονται στην ψυχαγωγία (στον τρόπο αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου). Οι άνθρωποι που ασχολούνται με πιο περίπλοκη και αυτοτελή εργασία διακρίνονται για την μεγαλύτερη επιλεκτικότητά τους, τα αυστηρότερα πολιτισμικά κριτήρια και τη διανοητικότητα των προσφιλών τους τρόπων ψυχαγωγίας. Παρατηρείται μάλιστα και η αντίστροφη σύνδεση (ανάδραση): η περίπλοκη γνωστική ικανότητα, η ευελιξία και η αυτοτέλεια των δεξιοτήτων, αυξάνουν το επίπεδο των αξιώσεων που προβάλλει το άτομο για το περιεχόμενο και τις συνθήκες εργασίας του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η βασική σημασία της εργασίας είτε οποιασδήποτε άλλης σκόπιμης εργασιακής δραστηριότητας καθορίζεται από την σχέση της προς εκείνους τους αξιολογικούς και νοηματικούς προσανατολισμούς, οι οποίοι διαμορφώθηκαν στο άτομο στα πλαίσια της ελεύθερης ψυχαγωγικής του δραστηριότητας. Μ’ άλλα λόγια, η σημασία της εργασίας αναφύεται από την ζωτική εμπειρία της ψυχαγωγικής δραστηριότητας και όχι αντίστροφα. Οι έρευνες αποκάλυψαν ότι οι ανειδίκευτοι εργάτες που απασχολούνται σε βαριά χειρωνακτική εργασία, προς το τέλος της ημέρας προσπαθούν να χαλαρώσουν και περνούν κατά κανόνα τον ελεύθερο χρόνο τους μπροστά στην τηλεόραση. Άλλες έρευνες έδειξαν ότι στις περιπτώσεις κατά τις οποίες γίνονται δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ εργασίας και ελεύθερου χρόνου (π.χ. στους κοινωνικούς λειτουργούς, επιστήμονες, συγγραφείς, καλλιτέχνες κλπ.) βασικό κριτήριο επιλογής μορφών ψυχαγωγίας είναι η τάση για ανάπτυξη και αυτοτελειοποίηση. Ανακύπτει ωστόσο πληθώρα προβλημάτων, η επίλυση των οποίων κάθε άλλο παρά δεδομένη και μονοσήμαντη μπορεί να θεωρείται: Ποιος είναι ο μηχανισμός συσχέτισης αντικειμενικών εργασιακών συνθηκών και υποκειμενικής πρόσληψης και αξιολόγησής τους; Ποια είναι η αμοιβαία συνάρτηση που διέπει τους δείκτες, μέσω των οποίων περιγράφεται η υφή της εργασιακής δραστηριότητας; Πως σχετίζεται το περίπλοκο του περιεχομένου της εργασίας με τον χαρακτήρα των ενδοεργασιακών διαπροσωπικών σχέσεων; Ποια χρονικότητα διέπει τον βαθμό επίδρασης των εργασιακών συνθηκών στην προσωπικότητα; Ποια είναι η αλληλεπίδραση συνθηκών και στοιχείων της εργασίας, τα οποία είτε αλληλοενισχύονται, είτε αλληλοεξουδετερώνονται; Κατά πόσο είναι εφικτή και αποτελεσματική η δυνατότητα αναπλήρωσης - υποκατάστασης της απούσας εργασιακής αυτοτέλειας με άλλες εναλλακτικές εξωεργασιακές δραστηριότητες (κοινωνικο - πολιτική, αυτομόρφωση, τέχνη κλπ.); Πως αλληλεπιδρούν όλα τα προαναφερθέντα με τις ιδιότητες της ίδιας της προσωπικότητας; Ποιες είναι οι διαφορές αλληλεπίδρασης όλων των προαναφερθέντων κατά ηλικία και φύλο; κλπ. Τα παραπάνω ερωτήματα καθιστούν σαφείς (τουλάχιστον εν μέρει) τις δυσκολίες που εμπεριέχει η απόπειρα οργανικής σύνδεσης μακροκοινωνιολογικών - οικονομικών και μικροκοινωνιολογικών, ψυχολογικών κλπ. τρόπων προσέγγισης. Η προβληματική αυτή εγείρει εκ των πραγμάτων το ζήτημα της επεξεργασίας μιας συνθετικής μεθοδολογίας διεπιστημονικής διερεύνησης τέτοιου είδους θεμάτων. Μιας μεθοδολογίας που θα συνδυάζει την εμβάθυνση στο αντικείμενο της θεμελιώδους έρευνας με τα εμπειρικά στοιχεία των εφαρμοσμένων προσεγγίσεων. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι ενώ η θεμελιώδης έρευνα είχε θέσει ουσιαστικά το ζήτημα του ρόλου της άμεσης διαδικασίας της παραγωγής στην προσωπικότητα του υποκειμένου (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς) από τα μέσα του 19ου αιώνα, η εμπειρική έρευνα «ανακάλυψε» το πρόβλημα ουσιαστικά μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο.[24] Το γεγονός ότι στα πλαίσια του κεφαλαιοκρατικού καθεστώτος, σε περιορισμένη έστω κλίμακα, πλην όμως σαφώς, αρχίζει να αντιμετωπίζεται η ίδια η εργασία και ως πεδίο ανάπτυξης και εκδήλωσης της προσωπικότητας υποδηλώνει ότι υπονομεύεται εκ των πραγμάτων το παραδοσιακό κανονιστικό - αξιολογικό σύστημα που χαρακτηρίζει μιάν ολόκληρη εποχή.[25] Όπως είναι γνωστό η κρατούσα ηθική αξιολόγηση της εργασίας (η «εργασία ως καθήκον», ως «αρετή» κλπ.) συνδεόταν με το όλο πλέγμα του φετιχισμού των εμπορευμάτων και του χρήματος. Η σχέση αυτή προς την εργασία, γνωστή ως «προτεσταντική εργασιακή ηθική» αναγόρευε την εργασία για την εξοικονόμηση χρήματος σε ηθικό καθήκον. Σήμερα όμως γίνεται όλο και πιο αισθητή η ανάδειξη της εργασίας (του δημιουργικού περιεχομένου της) σε αξία αφ’ εαυτής. Αυτό το γεγονός από μόνο του δεν μπορεί βέβαια να υπονομεύσει την θεμελιώδη αντίφαση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, εφ’ όσον διατίθεται πληθώρα τρόπων ανώδυνης διοχέτευσης, ανα(από)προσανατολισμού και χειραγώγησης συνειδήσεων. Ωστόσο συνιστά ένα σημαντικό πεδίο έρευνας και πρακτικής παρέμβασης του συνδικαλιστικού κινήματος σε προοδευτική κατεύθυνση. Βεβαίως η προαναφερθείσα τάση δεν υποσκελίζει την σημασία του μισθού της εργασίας στην ζωή των εργαζομένων, δεδομένου μάλιστα ότι το υφιστάμενο κοινωνικό και οικονομικό σύστημα είναι ανίκανο να ικανοποιήσει στοιχειώδεις βιοτικές ανάγκες σημαντικού μέρους του πληθυσμού, εργαζομένων και ανέργων. Το πρόβλημα επιτείνεται και με την γενικευμένη επιβολή της «εξαθλίωσης μέσω κατανάλωσης» που προκαλεί η τεχνητή δημιουργία και υπερδιόγκωση αναγκών, ο καταναλωτισμός που αναπαράγεται με την βιομηχανία της διαφήμισης.[26] Σε πολλές έρευνες που ερωτώμενοι καλούνταν να απαριθμήσουν σύμφωνα με την σημασία τους διάφορες πηγές ικανοποίησης από την δουλειά τους, ο μισθός καταλάμβανε κατά κανόνα μια από τις πρώτες θέσεις. Και μάλιστα συχνότερα προβάλλει ως πηγή απογοήτευσης παρά ικανοποίησης (80%). Το θέμα του μισθού της εργασίας απασχολεί περισσότερο τους άνδρες, τους νέους εργάτες, καθώς επίσης και όσους βρίσκονται στα κατώτερα κλιμάκια της υπηρεσίας τους. Περισσότερο ικανοποιημένοι είναι φυσικά όσοι αμείβονται καλλίτερα από τους άλλους. Μεταξύ ανθρώπων με ίσες αποδοχές λιγότερο ικανοποιημένοι από τα έσοδά τους είναι οι γηραιότεροι, οι βαθμολογικά ανώτεροι, οι έχοντες υψηλότερη μόρφωση και ειδίκευση. Έχει εντοπισθεί μάλιστα ότι ως φορείς και «πωλητές» ταυτόχρονα του εμπορεύματος «εργασιακή δύναμη» οι εργαζόμενοι συγκρίνουν τον μισθό τους με τον μισθό των άλλων: το 65%- από καιρό σε καιρό και το 25%- συχνά. Οι εμπειρικές έρευνες αποδεικνύουν ότι στην αξιολογική κλίμακα των εργαζομένων το ύψος των αποδοχών και ο χαρακτήρας της εργασίας δεν καταλαμβάνουν θέσεις αποκλειστικής διάζευξης. Π.χ. το 84% νεαρών γάλλων που απάντησαν σε ερωτηματολόγιο (1979) δήλωναν ότι το κύριο στην εργασία είναι το μέγεθος των αποδοχών, ενώ το 75% του ίδιου δείγματος θεωρούσαν ότι επιτυχημένος στην ζωή είναι αυτός που κάνει ενδιαφέρουσα δουλειά. Εκτεταμένη έρευνα για την συσχέτιση απασχόλησης και ψυχικών διαταραχών (1980) έδειξε ότι η απώλεια εισοδήματος παίζει πιο σημαντικό ρόλο στην ψυχική υγεία απ’ ότι η έλλειψη εργασίας. Βέβαια η έλλειψη εργασίας δεν είναι αμελητέος παράγοντας, όμως έχει δευτερεύουσα σημασία σε σχέση με την έλλειψη εισοδήματος». Είναι προφανές ότι για τους απειλούμενους με απόλυση και τους ανέργους η σημασία της απώλειας του εισοδήματος θα υποσκέλιζε την σημασία της έλλειψης εργασίας ακόμα πιο πολύ. Ο εργασιακός χώρος συν τοις άλλοις συνιστά και ένα πεδίο διαπροσωπικών σχέσεων διαφόρων τύπων, γεγονός που αποτελεί ένα από τα σημαντικά στοιχεία που καθορίζουν τον βαθμό ικανοποίησης από την εργασία. Σημαντική θέση (από 3η μέχρι 7η ως προς την σημασία της) στη σχέση προς την εργασία κατέχει και η σχέση με τους προϊσταμένους και την διεύθυνση, μια σχέση που συνήθως είναι πηγή δυσαρέσκειας παρά θετικών αλληλεπιδράσεων, γεγονός που επιτείνει την διαφορά ως προς τον βαθμό, την θέση και τον μισθό. Σε κοινωνιολογική έρευνα επισημάνθηκε ότι η επιτυχία και η αναγνώριση είναι οι συχνότερα αναφερόμενες πηγές ικανοποίησης από την εργασία. Έπονται η ευθύνη και η ανέλιξη, η σταδιοδρομία στην υπηρεσία. Η προαγωγή προσλαμβάνεται ως αναγνώριση της συνεισφοράς που συνοδεύεται από αύξηση του μισθού και αναβάθμιση της θέσης (status). Σε πολλές περιπτώσεις η προαγωγή συνοδεύεται και με πρόσθετο φόρτο εργασίας, υπευθυνότητα, τυπικές διαδικασίες διεκπεραίωσης, τριβές στις σχέσεις με τους συναδέλφους κλπ. οπότε μπορεί και να προκαλεί απογοητεύσεις. Ιδιαίτερη έφεση προς τον καριερισμό δείχνουν οι διοικητικοί, οι managers. Οι επιστήμονες είναι συχνά δυσαρεστημένοι με το σύστημα υπηρεσιακών προαγωγών, βλέποντας με σκεπτικισμό τα υπάρχοντα κριτήρια αξιολόγησης της επιστημονικής δραστηριότητας. Οι εργάτες στην παραγωγή κατά κανόνα δεν τρέφουν ιδιαίτερες ελπίδες για ανάδειξη. Οι όποιες φιλοδοξίες τους συνήθως στοχεύουν σε πεδία έξω από την επιχείρηση όπου εργάζονται. Έρευνες των τάσεων διαγενεακής κοινωνικής κινητικότητας εργατικών οικογενειών δείχνουν ότι τα περιθώρια κοινωνικής ανέλιξης (μέσω της εκπαίδευσης, επαγγελματικής αποκατάστασης κλπ.) είναι αρκετά περιορισμένα, γεγονός που οφείλεται στην διαπλοκή των περιορισμένων βιοτικών δυνατοτήτων που παρέχει στον μισθωτό εργαζόμενο η εργασία του με το όλο πλέγμα κοινωνικών, ταξικών, ιδεολογικών κλπ. σχέσεων στις οποίες εντάσσεται ο ίδιος και η οικογένειά του. Μόνο το 23% των εργατικής προέλευσης νέων της Γαλλίας που άρχισαν την επαγγελματική τους δραστηριότητα ως εργάτες γίνονται στην συνέχεια τεχνικοί, υπάλληλοι κλπ., ενώ μόνο το 3% των εργατικής προέλευσης μισθωτών επιτυγχάνει να περάσει στην κατηγορία των εργαζομένων ειδικευμένης διανοητικής εργασίας.[27] Οι τάσεις αυτές επιβεβαιώνονται (εμμέσως πλην σαφώς) και από την ευρείας κλίμακας έρευνα του ΕΚΚΕ για την φτώχεια στην Ελλάδα. Αποδεικνύεται π.χ. ότι τα παιδιά των φτωχών νοικοκυριών εμφανίζουν μεγαλύτερη εκπαιδευτική στασιμότητα απ’ ότι τα παιδιά των μη φτωχών, «κληρονομώντας», κατά κάποιο τρόπο το εκπαιδευτικό επίπεδο των γονιών τους (το οποίο άλλωστε φτάνει μόνο το 50% του μέσου εκπαιδευτικού επιπέδου των μη φτωχών). Τα φτωχά παιδιά δεν εκκινούν μόνο από χαμηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο, αλλά «διανύουν και μικρότερη κατά μέσο όρο απόσταση σε σύγκριση με τα μη φτωχά παιδιά με αποτέλεσμα να αναπαράγονται και να επιμένουν διαχρονικά οι σχέσεις ανισότητας - αποστέρησης στη μόρφωση και εκπαίδευση».[28] Αποδείχθηκε επίσης ότι «ακόμη και στην περίπτωση που φτάνουν στο ίδιο επίπεδο εκπαίδευσης με τα παιδιά των μη φτωχών δεν έχουν τις ίδιες με αυτά ευκαιρίες για επαγγελματική αποκατάσταση και κοινωνική ανέλιξη».[29] Παρατηρείται λοιπόν ότι «διατηρείται το χάσμα μεταξύ των φτωχών και των μη φτωχών όσον αφορά τις δυνατότητες που έχουν για κοινωνική ανέλιξη μέσα από μηχανισμούς και διεργασίες επαγγελματικής διαγενεακής κινητικότητας, οι οποίοι στην περίπτωση των φτωχών φαίνεται να λειτουργούν ως μηχανισμοί αναπαραγωγής της φτώχειας και επισώρευσης συγκριτικών μειονεκτημάτων από τη μια στην άλλη γενιά». Έρευνες που πραγματοποιήθηκαν για την ανεργία αποκάλυψαν (εκ του αντιθέτου) την ύπαρξη πολλών παραγόντων ικανοποίησης από την εργασία, η λειτουργίά των οποίων είναι μάλλον λανθάνουσα και διαμεσολαβημένη, με αποτέλεσμα να παραμελούνται στην καθημερινή πρακτική. Πρόκειται π.χ. για την οργάνωση του χρόνου, για την διασφάλιση κοινωνικής θέσης (status) και ταυτότητας, για τους απώτερους, προοπτικούς κλπ. βιοτικούς στόχους, για την από κοινού με άλλους ανθρώπους αναπτυσσόμενη δραστηριότητα, για την συχνά υποχρεωτική πλην όμως ανελλιπή ενεργητικότητα κλπ. ιδιαίτερη σημασία για το εργατικό κίνημα έχουν μερικές στατιστικά επιβεβαιωμένες διαπιστώσεις. Η σχέση μεταξύ ικανοποίησης από την εργασία και κινητικότητας εργασιακής δύναμης αυξομειώνεται ευθέως ανάλογα με την ανεργία. Σε συνθήκες ανεργίας που άνθρωπος δυσκολεύεται να βρει δουλειά όταν απολύεται κατά κανόνα αισθάνεται έντονη απογοήτευση και αδιέξοδο. Η απειλή της απόλυσης αμβλύνει τα κριτήρια αξιολόγησης της εργασίας από τον ίδιο τον εργαζόμενο και υποβαθμίζει συνολικά τις αξιώσεις του. Σε συγκυρίες πλήρους απασχόλησης η κινητικότητα της εργασίας οφείλεται σε συγκριτικά ευρύτερο φάσμα υποκειμενικών βλέψεων.
Ο χαρακτήρας της εργασίας και η σχέση του εργαζομένου προς αυτήν επιδρά στην σωματική και ψυχική υγεία. Στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι η εργασία μπορεί να λειτουργεί ως παράγοντας άγχους με όλα τα επακόλουθα. Ο μέσος αριθμός π.χ. εμφραγμάτων στους καθηγητές πανεπιστημίου ήταν 71, ενώ στους ανειδίκευτους εργάτες αυτοκινητοβιομηχανίας -176. Ο συντελεστής θνησιμότητας (δηλ. οο ετήσιος αριθμός θανάτων σε σχέση με το μέσο επίπεδο της χώρας) κυμαινόταν στην Μ. Βρετανία (1983) από 76 στους ιερείς έως 317 στους ηλεκτροτεχνίτες - μηχανοτεχνίτες, 273 στους εργάτες παραγωγής, 233 στους ναυτικούς.[30]
Σχετικά μακροχρόνια παράδοση έχουν γίνει και οι έρευνες σχετικά με την ανεργία και τις επιπτώσεις της, ιδιαίτερα στις ανεπτυγμένες βιομηχανικά χώρες.
Αναφερθήκαμε ήδη στα συγκλονιστικά στοιχεία για την ανεργία στην Ελλάδα. Ο αριθμός των ανέργων στην Ευρώπη έφτασε αισίως τα 18,5 εκατομμύρια, ενώ κάθε εβδομάδα μένουν άνεργοι 5.300 άνθρωποι. Ο κυνισμός με τον οποίο αντιμετωπίζει η «οικονομία της ελεύθερης αγοράς» τον εργαζόμενο, τον άνεργο φτάνει στο ζενίθ του με την αναγωγή του ανθρώπου σε απλό αριθμό, σε στατιστικό στοιχείο - συντελεστή των διακυμάνσεων των δημιουργικών ικανοτήτων του ανθρώπου, οι οποίες στην εκάστοτε συγκυρία χειραγωγούνται ως εμπόρευμα - πράγμα στον βωμό της κερδοφορίας. Πρόκειται ίσως για το έσχατο σημείο αλλοτρίωσης του ανθρώπου στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία. Αλλά θα επανέλθουμε σε αυτό το ζήτημα.
Κατ’ αρχήν πρέπει να επισημάνουμε ότι το πρόβλημα της ανεργίας είναι αλληλένδετο με το ευρύτερο πρόβλημα της φτώχειας (poverty) χωρίς βέβαια να ταυτίζεται με αυτό. Δεδομένου ότι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των φτωχών είναι η έλλειψη μόνιμης απασχόλησης, η συχνή αλλαγή τομέα απασχόλησης, η αβεβαιότητα στην απασχόληση, η πλειονότητα των ανέργων ανήκει στην κατηγορία των φτωχών. «Αυτό ισχύει περισσότερο για τους μόνιμους εντελώς ανέργους, τους οικογενειάρχες ανέργους που δεν παίρνουν επίδομα ανεργίας (το οποίο ακόμα και όταν παρέχεται, είναι πολύ χαμηλότερο από το όριο φτώχειας - Δ. Π.). Η φτώχεια που συνεπάγεται η ανεργία διαρκεί όσο διαρκεί η ανεργία και μ’ αυτή την έννοια είναι μεταβατική, προσωρινή όσον αφορά τα συγκεκριμένα άτομα, είναι όμως μόνιμη σε πανκοινωνικό επίπεδο εφ’ όσον η ανεργία είναι χρόνιο φαινόμενο».[31]
Το φαινόμενο της ανεργίας στην Ελλάδα, με διάφορες διακυμάνσεις από τις αρχές του αιώνα αρχίζει να παίρνει μονιμότερο χαρακτήρα και μαζικότερες διαστάσεις.
Όπως είναι γνωστό η ασφάλιση της ανεργίας δεν είναι γενική ο αριθμός των επιδοτούμενων ανέργων είναι γενικά μικρότερος από τον αριθμό των ανέργων. Οι ημέρες επιδότησης και το ποσό που αναλογεί κατά μέσο όρο σε ένα επιδοτούμενο παρουσιάζει πτωτική τάση μεταπολεμικά. Το επίδομα ανεργίας είναι πενιχρό και πολύ μικρότερο από το ελάχιστο όριο διαβίωσης. Το 1983 κυμαινόταν μεταξύ 40 - 70% των ημερομισθίων ή του μισθού, ενώ η κατάσταση αυτό τον τομέα επιδεινώνεται διαρκώς.
Μερικοί νέοι συμβιβάζονται με την ανεργία προσλαμβάνοντάς την ως μέρος της ζωής τους. Δεν πτοούνται και επιδίδονται σε διάφορες δραστηριότητες.
Συχνά βλέπουν το φως της δημοσιότητας εντυπωσιακοί συσχετισμοί μεταξύ διαστάσεων της ανεργίας και φαινομένων που θεωρούνται επιπτώσεις της ανεργίας. Σε αναφορά π.χ. του υπουργείου εργασίας των ΗΠΑ (1965) επισημαίνεται ότι το χαμηλό εισόδημα και η μεγάλη ανεργία συμπίπτουν με τα μεγάλα ποσοστά εξώγαμων γεννήσεων και ακόμα με μεγάλα ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας, κακής υγείας κ.λ.π.
Αίσθηση προκάλεσαν οι έρευνες του Brenner κατά τον οποίο «η αύξηση της ανεργίας έστω και κατά μία ποσοστιαία μονάδα δημιουργεί κατάσταση έντασης, επιθετικότητας και ασθενειών που επηρεάζει την κοινωνία για πολλά χρόνια. Η αύξηση της ανεργίας σε μια δεδομένη περίοδο έχει πολλαπλασιαστική επίδραση μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, η οποία ξεπερνά κατά πολύ το αρχικό μέγεθος της αύξησής της».[32] Έτσι μια αύξηση της ανεργίας κατά τα επόμενα 5 χρόνια δίνει τα εξής αποτελέσματα:
αυτοκτονίες +4,1%
επισκέψεις σε ψυχιατρικές κλινικές +3,3%
δολοφονίες +4,ο%
θνητότητα από αλκοολισμό +1,9%
γενικός δείκτης θνητότητας +1,9%
Ωστόσο πρέπει να επισημάνουμε ότι ο εντοπισμός συσχέτισης δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως γραμμική αιτιώδης σχέση.
Σε πολλές μελέτες τονίζεται το γεγονός ότι η ανεργία βιώνεται ως τραυματική εμπειρία δεδομένου ότι ανατρέπει το όλο πλαίσιο της ζωής του ανθρώπου, το οποίο σε μεγάλο βαθμό συγκροτείται από τις οικονομικές, κοινωνικές, ψυχολογικές κλπ λειτουργίες και προεκτάσεις της εργασίας. Η ανεργία, ως αναγκαστική έξοδος από το χώρο της απασχόλησης, για πολλούς ανθρώπους σημαίνει μια δραστική μείωση του εισοδήματος καθώς και στέρηση της δυνατότητας να διαδραματίζουν κοινωνικά αποδεκτούς και αξιοθαύμαστους ρόλους. Επισημαίνεται ότι η ανεργία είναι τραυματική εμπειρία εφ’ όσον θεωρείται βασική αξία της κοινωνίας η οικονομική ανεξαρτησία, ότι η ανεργία αναστέλλει τις προσδοκίες των ατόμων και των οικογενειών τους και συχνά μάλιστα συρρικνώνει τις επιδιώξεις για κοινωνική ανέλιξη. Η ανεργία ως στέρηση των οικονομικών αγαθών και του κοινωνικού κύρους που παρέχει η εργασία, θεωρείται σοβαρή αιτία ψυχικών διαταραχών.
Σειρά μελετών αναδεικνύει ότι οι επιπτώσεις της ανεργίας προσλαμβάνονται με διάφορους τρόπους από διάφορα άτομα, κοινωνικές ομάδες κλπ.
Στα τέλη της δεκαετίας του 20 ο Paul Lazarsfeld δημιούργησε την θεωρούμενη πλέον κλασσική μελέτη των φαύλων κύκλων της φτώχειας με έρευνα που πραγματοποίησε στους ανέργους του Marienthal της Αυστρίας. Πραγματοποίησε π.χ. για πρώτη φορά ποσοτικές μετρήσεις της απώλειας της αίσθησης του χρόνου, ως έκφρασης της προοδευτικής συρρίκνωσης του ψυχικού πεδίου λόγω των κοινωνικών συνθηκών. Μια συρρίκνωση, η οποία με την σειρά της αντεπιδρά στην όλη κοινωνική συμπεριφορά. Οι επισημάνσεις επαναεπιβεβαιώθηκαν μετά από μερικές δεκαετίες (π.χ. του D. Caplovitz, 1963). Το ήδη περιορισμένο πεδίο των ανθρώπων που πλήττονται από την ανεργία και την φτώχεια, περιορίζεται ακόμα περισσότερο, ψυχολογικά και πραγματικά μέσα σ’ ένα φαύλο κύκλο αλληλοαναπαραγόμενων τάσεων. Ο χρονίως άνεργος διαβάζει λιγότερο μικρές αγγελίες για να βρει δουλειά απ’ ότι οι εργαζόμενοι και οι φτωχοί θεωρώντας την αιώνια καταχρέωσή τους ως κάτι το αναπόφευκτο, αγοράζουν με λιγότερη σκοπιμότητα απ’ ότι οι μη φτωχοί.
Να πως περιγράφει ο Jules Kluzfer τους «φαύλους κύκλους» φτώχειας και ανεργίας: «φτωχοί διότι ανήκουν σε μια οικογένεια ο αρχηγός της οποίας είναι άνεργος, φτωχοί διότι έχουν συσσωρευθεί μειονεκτήματα που ευνοούν την ανάπτυξη της φτώχειας όταν τους χτυπήσει η μοίρα, φτωχοί γιατί η ένταξή τους στην αγορά εργασίας είναι τέτοια που δέχεται περισσότερο από τους άλλους το ανθρώπινο κόστος της εργασίας και γιατί γνωρίζουν μια πολύ πιο έντονη επαγγελματική φθορά, καθώς και μια πολύ πιο ταχεία διαδικασία γήρανσης, φτωχοί γιατί γεννήθηκαν σ’ ένα περιβάλλον που το ίδιο ήταν φτωχό και δέχονται ολόκληρο το βάρος του οικογενειακού τους παρελθόντος, φτωχοί γιατί δεν μπορούν να ξεφύγουν απ’ αυτό τον κύκλο» (παρατίθεται από το Bartoli H.Η φτώχεια και η γέννησή της,ΕΠΙΘ.ΕΥΡ.ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ,Νο4,1983,σελ.233). Οι εν λόγω διαπιστώσεις επιβεβαιώνονται και από τα στοιχεία που αφορούν την διαγενεακή κοινωνική κινητικότητα των φτωχών στην Ελλάδα. Πολλοί ερευνητές θεωρούν ανέφικτη την διατεταγμένη και ιεραρχημένη προσέγγιση των «δικτύων αιτιότητας» του «πλέγματος» φτώχεια - ανεργία. Αδυνατούν να αρθούν από το επίπεδο της επισήμανσης στοιχείων και αλληλεπιδρούντων, απροσδιόριστων μεν αυτών καθ’ εαυτών, πλην όμως συνενωμένων στο υπό μελέτη φαινόμενο παραγόντων. Έτσι το τραγικό αδιέξοδο των ανθρώπων που πλήττονται από την ανεργία και την φτώχεια μεταφράζεται σε θεωρητικό και μεθοδολογικό αδιέξοδο εκείνης της έρευνας που περιορίζεται σε μιαν εμπειρική περιγραφή του φαινομένου ως «φαύλου κύκλου», «πλέγματος», «αστεροειδούς», «conatus» κλπ.
Η απώλεια της εργασίας επηρεάζει την αυτοεκτίμηση των ανέργων μέσω ενός πλέγματος αλληλεπιδράσεων συναισθημάτων ενοχής λόγω αυτής της απώλειας, αλλά και λόγω της απώλειας οικονομικών πόρων. Σε έρευνες που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ ανέργων και των οικογενειών τους παρουσιάσθηκε μεγάλη ανομοιομορφία στον βαθμό της επίδρασης του γεγονότος της απώλειας της εργασίας και στις αντιδράσεις: από την προσαρμογή και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της νέας κατάστασης μέχρι την διάλυση της οικογένειας. Ως παράγοντες οικογενειακής σταθερότητας κατά την ανεργία επισημαίνονται τα εξής:
α) ο υψηλός βαθμός επαγγελματικών δεξιοτήτων,
β) η ύπαρξη αντίστοιχης εμπειρίας κατά το παρελθόν,
γ) το ύψος των οικονομικών πόρων και υποχρεώσεων,
δ) το μέγεθος της οικογένειας (οι πολυμελείς οικογένειες ανταπεξέρχονται αποτελεσματικότερα) και
ε) ο βαθμός αλληλεγγύης μεταξύ των μελών της οικογένειας.
Η ανεργία προκαλεί ισχυρή αίσθηση αγωνίας, άγχος, απώλεια αυτοπεποίθησης και μνήμης, ανικανότητα συγκέντρωσης, υπνηλία, μερική σεξουαλική ανικανότητα, απογοήτευση και απαισιοδοξία, υψηλή ερεθιστικότητα και διαταραχές στο επίπεδο σχέσεων. Τα παραπάνω αυξάνουν τις πιθανότητες ενδοοικογενειακών εντάσεων, κακοποίησης και διαζυγίων. Επιπλέον τα υψηλά ποσοστά ανεργίας διαχέουν το φόβο μεταξύ των εργαζομένων και μειώνουν την συνειδητότητα του εργατικού κινήματος.[33]
Δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε στην Αγγλία (1982) για να διαπιστωθεί πως επιδρά η ύπαρξη είτε η απουσία εργασίας στην συναισθηματική κατάσταση του ανθρώπου έδειξε ότι οι άνεργοι και όσοι εργάζονταν ευκαιριακά ανέφεραν πολύ πιο συχνά δυσάρεστες συναισθηματικές καταστάσεις. Σε ανάλογη έρευνα στην Αυστραλία παρατηρήθηκε ότι οι απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης που δεν βρήκαν δουλειά ήταν λιγότερο ευτυχισμένοι από εκείνους που βρήκαν, αισθάνονται πλήξη και ανία, εχθρότητα προς την κοινωνία και δοκίμαζαν αισθήματα μοναξιάς και αδυναμίας. Μια άλλη δημοσκόπηση ανέργων έδειξε ότι το 19% αισθάνονται αξιολύπητοι και δυστυχισμένοι από τότε που έχασαν τη δουλειά τους, 17% αισθάνονται ανησυχία και έχουν κακή διάθεση, 13% δηλώνουν ότι έγιναν ευέξαπτοι και χάνουν την ψυχραιμία τους μ’ οποιαδήποτε αφορμή.
Πολλοί ερευνητές που ασχολούνται με την μελέτη της κατάστασης των ανέργων εντοπίζουν την εμφάνιση απάθειας, αδυναμίας και μερικές φορές ψυχικού κλονισμού. Αυξημένα είναι μεταξύ των ανέργων και τα ποσοστά μεταναστεύσεων. Συνήθως τα έσοδα των ανέργων είναι αισθητά χαμηλότερα από αυτά των εργαζομένων, ωστόσο ακόμα και στις περιπτώσεις που τα έσοδα είναι ίσα, οι εργαζόμενοι είναι πιο ευτυχισμένοι απ’ τους ανέργους.
Έχει επισημανθεί ότι οι γυναίκες αντιδρούν λιγότερο νοσηρά στην απώλεια της εργασίας απ’ ότι οι άνδρες, εκτός από τις περιπτώσεις που είναι κεφαλή της οικογένειας. Επίσης αντιμετωπίζουν πιο ψύχραιμα την απώλεια της εργασίας των ανδρών τους.
Σύμφωνα με τις υπάρχουσες μελέτες για τις εμπειρίες των ανέργων και των οικογενειών τους η ανεργία θεωρείται γενικά ανεπιθύμητο γεγονός που συμβάλλει στην ψυχολογική δυσλειτουργία, μειώνοντας τον αυτοσεβασμό και επιδεινώνοντας τις διαπροσωπικές σχέσεις στην οικογένεια. Οι αλλαγές στον τρόπο ζωής λόγω της απώλειας εισοδήματος επιτείνουν την αποξένωση και την ψυχολογική δυσθυμία μεταξύ άλλων και λόγω της παραίτησης από δαπανηρές μορφές ψυχαγωγίας. Επιτείνονται επίσης τα αισθήματα μοναξιάς και απομόνωσης και αλλάζουν οι κοινωνικές συναναστροφές. Τα άτομα που παραμένουν άνεργα για μεγάλο χρονικό διάστημα απομακρύνονται από τις κοινωνικές συναναστροφές τους και διακατέχονται από έντονα συναισθήματα πικρίας και θυμού με τις επιχειρήσεις στις οποίες εργάζονταν, με τις συνδικαλιστικές τους οργανώσεις που θεωρούν ότι δεν τους προασπίστηκαν επαρκώς και γενικά με το κοινωνικό σύστημα που τους στερούσε τη δυνατότητα να διαδραματίσουν παραγωγικό ρόλο. Η ανεργία ωθεί τις συζύγους των ανέργων στην εργασία, γεγονός που αντιστρέφει τους κοινωνικούς ρόλους των συζύγων οδηγώντας συχνά σε απώλεια του κύρους, του σεβασμού, αλλά και σε υπονόμευση της θέσης του ανέργου συζύγου ως οικογενειάρχη.[34] Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία ευρείας κλίμακας έρευνας που πραγματοποιήθηκε στις ΗΠΑ σε δείγμα 1556 νοικοκυριών. Η έρευνα αποσκοπούσε στην διακρίβωση του βαθμού επίδρασης της ανεργίας στην ψυχική υγεία και της συγκριτικής υπεροχής της έλλειψης εργασίας και της έλλειψης εισοδήματος ως ψυχοπιεστικών γεγονότων[35].Η έρευνα έδειξε ότι υπάρχει μια στατιστικά σημαντική θετική σχέση μεταξύ απασχόλησης και ψυχικής διαταραχής, χωρίς όμως να είναι πολύ δυνατή (η2 = 0, 40). Επιβεβαιώνεται ότι η ανεργία συνιστά ανεπιθύμητο ψυχοπιεστικό γεγονός της ζωής, το οποίο επιδρά στην ψυχική υγεία των ανέργων ατόμων.
Περιληπτικά τα κύρια ευρήματα της εν λόγω έρευνας έχουν ως εξής:
1. Η ανεργία είναι ένα ψυχοπιεστικό γεγονός που επηρεάζει την ψυχική υγεία των ανέργων.
2. Η ανεργία επηρεάζει σοβαρά την ψυχική υγεία των γυναικών, οι οποίες λόγω απουσίας συζύγου είναι αρχηγοί της οικογένειας.
3. Η επίδραση της ανεργίας στον άνδρα σύζυγο δεν είναι κρίσιμη όταν εργάζεται η σύζυγός του.
4. Η επίδραση στην ψυχική υγεία των ανδρών δεν είναι εντονότερη απ’ ότι είναι για τις γυναίκες συζύγους.
5. Αντίθετα η ανεργία επηρεάζει την ψυχική υγεία των συζύγων όταν και οι δύο σύζυγοι έχουν μείνει άνεργοι.
6. Η ανεργία επηρεάζει την ψυχική κατάσταση ατόμων που ανήκουν στα μεσαία κοινωνικο - οικονομικά στρώματα.
7. Η ψυχική κατάσταση ατόμων με πολύ χαμηλό εισόδημα δεν επηρεάζεται από την απώλεια εργασίας. Αυτό δεν ισχύει για τις υπόλοιπες κατηγορίες με υψηλότερο εισόδημα.
8. Γενικά η ανεργία ασκεί μια περιορισμένη πλην όμως υπολογίσιμη επίδραση στην ψυχική υγεία.
Η απώλεια εισοδήματος φαίνεται να έχει πιο σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχική υγεία των ανέργων από την απώλεια κοινωνικού κύρους λόγω της ανεργίας.
Σε μελέτη άλλου Έλληνα επιστήμονα επισημαίνεται η απουσία στοιχείων για τους ανέργους και την ψυχική υγεία. Είναι ωστόσο γεγονός ότι έχει πιστοποιηθεί η ύπαρξη σχέσης. Ο αιτιοπαθογενετικός μηχανισμός εξαρτάται:
1. Από ατομικές κοινωνικές μεταβλητές (ηλικία, φύλο, καταγωγή, οικογενειακή κατάσταση, κοινωνική τάξη).
2. Από την δομή της προσωπικότητας του ανέργου.
3. Από την ίδια την εργασία:
α) μια δύσκολη και «κακή» εργασία μπορεί να θεωρείται τιμωρία ενώ η ανεργία να προσλαμβάνεται ως ευεργεσία.
Τότε οι ψυχικές συγκρούσεις εστιάζονται στη βάση της κακής οικονομικής κατάστασης.
β) μια καλή εργασία είναι μέσο προσωπικών και συναισθηματικών επενδύσεων για κοινωνική άνοδο. Η απώλειά της θεωρείται κοινωνική απόρριψη, οδηγεί σε προσωπική κρίση, πανικό, τάσεις αυτοκαταστροφής κλπ.
Κύριοι μηχανισμοί εδώ είναι:
-η ενδοβολή (introgestion), εσωτερίκευση του απολεσθέντος (της εργασίας) προκειμένου να αντιμετωπισθεί το άγχος της απώλειας, γεγονός που οδηγεί σε κατάθλιψη.
- η ματαίωση, η οποία οδηγεί σε επιθετικότητα κατά των υπευθύνων.
4. Από τα χαρακτηριστικά της ανεργίας:
1) από τον χρόνο παραμονής στην εργασία (μια συχνή εναλλαγή απασχόλησης και ανεργίας εξοικειώνει σχετικά το άτομο ενώ στην περίπτωση της μονιμότητας σε μιαν εργασία η ανεργία προκαλεί έντονο κλονισμό).
2) από τον χρόνο παραμονής στην ανεργία.
Η ανεργία συνδέεται με την αύξηση καρδιοαγγειακών νοσημάτων, με την πιθανότητα ανάπτυξης νεοπλασμάτων, με την άνοδο της θνητότητας, ακόμα και με επιπλοκές στην κυοφορία και στην υγεία των παιδιών.[36]
Οι έρευνες για τις κοινωνικές- ψυχολογικές επιπτώσεις της ανεργίας δείχνουν ότι αυτές επιδρούν ηθικά βαρύτερα στους εργαζόμενους ηλικίας 25-45 ετών, πού έχουν οικογένεια και σταθερή αντίληψη της κοινωνικής και οικονομικής τους θέσης, η οποία υπονομεύεται από την ανεργία. Βαρύτερα βιώνουν αυτές τις επιπτώσεις οι ειδικευμένοι εργαζόμενοι και ιδιαίτερα όσοι έχουν υψηλές κοινωνικές προσδοκίες και έχουν κατακτήσει κατά το παρελθόν σημαντικές επιτυχίες. Η απώλεια της εργασίας, είτε η εργασιακή υποβάθμιση βιώνονται από αυτούς τους ανθρώπους ιδιαίτερα ψυχοτραυματικά.
Η μόνιμη υποβάθμιση του επιπέδου των αναγκών και των προσδοκιών αποδομεί το όλο σύστημά τους, αλλά και την ίδια την προσωπικότητα, οδηγώντας στην παραίτηση και από την ελπίδα διατήρησης του κεκτημένου βιοτικού και μορφωτικού επιπέδου. Η χρόνια ανεργία οδηγεί σε νωχελικότητα και απάθεια, ιδιαίτερα στην περίπτωση της χρονικής αποδιοργάνωσης της καθημερινότητας. Ακόμα και το βάδισμα γίνεται αργόσυρτο. Η άσκοπη αδράνεια μπορεί να οδηγήσει σε επιδείνωση της ψυχικής και σωματικής υγείας. Ως τελική φάση της ανεργίας διακρίνεται από μερικούς ερευνητές μια κατάσταση κατά την οποία «ο άνθρωπος προσαρμόζεται στην ανεργία με τον ίδιο τρόπο όπως και οι έγκλειστοι φυλακών είτε νοσοκομείων. Συνειδητά προσπαθεί να βγει από αυτή την κατάσταση, όμως σε ένα βαθύτερο επίπεδο δεν το επιθυμεί. Βίωσε υπερβολικά πολλές απορρίψεις. Συμβιβάσθηκε με τη σκέψη ότι είναι άνθρωπος ξοφλημένος και σ’ αυτό το επίπεδο προτιμά να τον αφήσουν ήσυχο. Όπως αναφέρουν υπάλληλοι γραφείων ευρέσεως εργασίας, είναι διαδεδομένες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ενημερώνουν τέτοιους ανθρώπους για την πιθανότητα πρόσληψης, τους καλούν για συνέντευξη και αυτοί δεν παρουσιάζονται. Πρόκειται για το στάδιο της ολοσχερούς ήττας, για τον θάνατο του ανθρώπου»(Hayes,J.,Nutman,P.understanding the unemployed....L.-N.Y.,1981,p.31).
Παρά το γεγονός ότι σε πολλούς ανθρώπους δεν αρέσει η δουλειά τους, οι άνεργοι παρουσιάζουν κατά πολύ χειρότερη ψυχική υγεία και είναι περισσότερο επιρρεπείς σε κατάθλιψη, σε αυτοκτονίες και στον αλκοολισμό. Οι άνεργοι έχουν δυσάρεστη συναισθηματική φόρτιση υψηλότερη από αυτή των εργαζομένων. Εν τω μεταξύ οι σωματικές και ψυχικές ασθένειες, ο αλκοολισμός κλπ. από τα οποία πάσχουν άνθρωποι που έχουν διατελέσει χρόνια άνεργοι οδηγούν πολλούς σε απώλεια της εργασίας που βρίσκουν.
Μεταξύ των νέων που έχοντας αποφοιτήσει από την μέση εκπαίδευση αναζητούν εργασία και δεν βρίσκουν, παρουσιάζονται συμπτώματα ενός ιδιότυπου ψυχολογικού παιδομορφισμού της προσωπικότητας (personal infantilism), δηλαδή μια τάση καθήλωσης στο επίπεδο του μαθητή. Έρευνα σε ομάδα μερικών χιλιάδων αποφοίτων μέσης εκπαίδευσης με την βοήθεια του ερωτηματολόγιου γενικής υγείας (General Health Questionnaire - G H Q) στην Αγγλική πόλη Λίντς και με συγκριτική αντιπαραβολή των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν 1-2 χρόνια μετά την αποφοίτηση έδειξε ότι ο βαθμός συναισθηματικών διαταραχών όσων δεν βρήκαν δουλειά αυξήθηκε, ενώ αντίστροφα μειώθηκαν σε όσους βρήκαν. Η εν λόγω έρευνα έδειξε ότι μόνο σ’ ένα πολύ ασήμαντο βαθμό η κακή ψυχική υγεία μπορεί να προκαθορίσει την ανεργία. Το συμπέρασμα αυτό ανατρέπει μερικές τάσεις ψυχοπαθολογικής ερμηνείας της ανεργίας, οι οποίες επιδιώκουν την συγκάλυψη του ταξικού χαρακτήρα του προβλήματος μέσω της αναγωγής του σε ατομικό-κλινικό.
Άλλες έρευνες έδειξαν ότι οι άνεργοι που αναζητούν ανεπιτυχώς εργασία γίνονται συχνότερα αλκοολικοί και έχουν στο ιστορικό τους ψυχικά νοσήματα, γεγονός που δείχνει ότι μια αμφίδρομη σχέση μεταξύ ανεργίας και ψυχικών διαταραχών υφίσταται έστω και σε μικρό βαθμό.
Η ανεργία επιδρά στην ψυχική υγεία μετά από κάποιο διάστημα. Έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην Αυστραλία έδειξε ότι μεταξύ 400 νέων ανέργων το 56% παρουσίαζε κλινικές διαταραχές του ψυχισμού και μάλιστα στις περισσότερες περιπτώσεις το διάστημα που μεσολαβούσε από την απόλυση μέχρι την εμφάνιση συμπτωμάτων ξεπερνούσε τους 5 μήνες. Αντίστοιχη αγγλική έρευνα επιβεβαίωσε επίσης ότι η ψυχική και σωματική υγεία επιδεινώνεται απότομα περίπου έξη μήνες μετά την απώλεια εργασίας.
Έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στην Αγγλία έδειξαν ότι αλλαγές στην συμπεριφορά των ανθρώπων μετά την απόλυση από την εργασία τους συνδέονται με επιδείνωση της ψυχικής υγείας. Λόγου χάρη η καθήλωση στο σπίτι με την τηλεόραση, η άσκοπη περιπλάνηση στα καταστήματα χωρίς να γίνονται αγορές κλπ. συνδέονται με διαταραχές της ψυχικής ισορροπίας.
Μακροχρόνια έρευνα επί 2300 αμερικανών έδειξε ότι οι άνθρωποι που έχουν χάσει την δουλειά τους εκδηλώνουν εντονότερα συμπτώματα κατάθλιψης και έχουν συχνότερα προστριβές στην οικογένειά τους. Αυστραλοί επιστήμονες εντόπισαν ότι μετά από παρατεταμένη ανεργία οι άνθρωποι έχουν την τάση να μέμφονται τον ίδιο τον εαυτό τους για την τύχη τους. Σε μια κατάσταση «εσωτερικευμένης αδυναμίας» αισθάνονται συχνά ανίκανοι να επιδράσουν στα αίτια της ανεργίας τους.
Η απόγνωση από την ανεργία ενισχύεται κατά τους πρώτους μήνες και στη συνέχεια σταδιακά σταθεροποιείται και παγιώνεται. Κρίσιμη ως προς τις συνέπειές της είναι η ανεργία για τις ηλικίες από 40 - 50 ετών.
Άλλες έρευνες (σε αντιδιαστολή με αυτήν του Σταθόπουλου που προαναφέραμε) αποδεικνύουν ότι παρά την διαδεδομένη άποψη ότι οι άνθρωποι εργατικού περιβάλλοντος «έχουν εθισθεί σε στερήσεις και απογοητεύσεις», αυτοί ακριβώς υποφέρουν από την απώλεια της εργασίας περισσότερο από όσους ανήκουν στα «μεσαία στρώματα», δεδομένου ότι οι τελευταίοι μπορούν να οργανώνουν καλλίτερα το χρόνο τους και δεν έχουν τόσο οξύ οικονομικό πρόβλημα. Οι αρνητικές επιπτώσεις της ανεργίας στην ψυχική και σωματική υγεία μετριάζονται σημαντικά σε εκείνους που έχουν αισθητή κοινωνική υποστήριξη από την (τον) σύζυγο, από την οικογένεια, είτε από φίλους.
Ιδιαίτερη σημασία έχει για τις εκδηλώσεις της ανεργίας η διατήρηση ισχυρών οικογενειακών δεσμών (που οφείλεται στο σχετικά πρόσφατο και στις ιστορικές ιδιομορφίες επικράτησης της κεφαλαιοκρατίας) στην Ελλάδα σε σύγκριση π.χ. με τη Γερμανία.[37]
Ψυχολογικές έρευνες για την ανεργία δημιούργησαν την έννοια της νεύρωσης της ανεργίας, χαρακτηριστικό σύμπτωμα της οποίας είναι η απάθεια που αναφέραμε παραπάνω. Ο άνεργος γίνεται σταδιακά αδιάφορος για όλα και όλο πιο σπάνια παίρνει κάποια πρωτοβουλία.
Η πρόσληψη του προβλήματος της ανεργίας συνδέεται στενά με τους αξιολογικούς προσανατολισμούς. Συχνά κατά το παρελθόν (αλλά και σήμερα) οι άνεργοι αντιμετωπίζονταν επιτιμητικά είτε φιλανθρωπικά, ως αργόσχολοι και επαίτες. Είναι ακόμα πολύ διαδεδομένη η άποψη που φέρει τους ανέργους ως μοναδικούς υπαίτιους της τύχης τους λόγω τεμπελιάς, ανικανότητας κλπ., ότι είναι απλώς χαμηλού επιπέδου, ότι «απλώς δεν θέλουν να δουλέψουν» κλπ. Η αρνητική αυτή αγοραία προδιάθεση ενισχύεται και με την ένταση του ανταγωνισμού μεταξύ των εργατών λόγω της ανεργίας, φαινόμενο που περιέγραψε κλασσικά ο Κ. Μαρξ, αλλά δεν διερευνήθηκε από σύγχρονους ερευνητές στο επίπεδο που αρμόζει (πιθανόν και λόγω του ότι ένας απλοϊκός εργατισμός που επικρατεί συχνά θεωρεί τό θέμα - ταμπού). Η σχετική ευημερία κάποιων εργαζομένων μέσα στην ατμόσφαιρα της κρίσης και του φόβου για την επιδείνωση αυτής της κρίσης, γεννά ιδιότυπα φαινόμενα «ομαδικού εγωισμού» και ιδιοτελών συντεχνιακών στάσεων, στα πλαίσια των οποίων οι φτωχοί και οι άνεργοι αντιμετωπίζουν αρνητικά επειδή δήθεν «παρασιτούν» σε βάρος αυτών των «ευημερούντων» εργαζομένων.[38]
Έτσι ενώ οι ίδιοι οι άνεργοι έχουν την τάση να κατηγορούν για τα δεινά τους την κυβέρνηση, τα συνδικάτα είτε κάποια κοινωνικά φαινόμενα, όσοι εργάζονται πιστεύουν συχνά ότι για όλα τα δεινά των ανέργων ευθύνονται οι ίδιοι οι άνεργοι. Το κλίμα αυτό- εφ’ όσον ενισχύεται και αναπαράγεται- συνιστά γόνιμο έδαφος για διάφορες προκαταλήψεις και αντιπαλότητες, αποπροσανατολιστικές, αλλά και επικίνδυνες για το εργατικό κίνημα. Το 31% των ερωτηθέντων το 1983 δυτικογερμανών ανέργων δήλωσαν ότι «οι περισσότεροι ξένοι πρέπει να γυρίσουν στα σπίτια τους», ενώ το 42% συμφώνησαν με την άποψη ότι χρειάζεται ένας ισχυρός άνδρας που θα φέρει την ησυχία και την τάξη». Η μάστιγα της ξενοφοβίας και του ρατσισμού παίρνει στις μέρες μας ολέθριες διαστάσεις σ’ όλη την Ευρώπη. Η αδιαφορία και η υποτίμηση του προβλήματος στην χώρα μας είναι εγκληματική για το εργατικό κίνημα, δεδομένου μάλιστα ότι τα εν λόγω φαινόμενα παρουσιάζουν ραγδαία αύξηση το τελευταίο διάστημα στην Ελλάδα. Σύμφωνα με σφυγμομετρήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ελλάδα παρουσιάζεται το μεγαλύτερο ποσοστό πληθυσμού στην Ευρώπη που ενοχλείται από την εθνικότητα του «άλλου» (28%, έναντι 19% του αμέσως επόμενου Βελγίου!).
Σε πρόσφατες έρευνες το 70% των ερωτούμενων υποστηρίζουν ότι είναι πολλοί οι ξένοι στην Ελλάδα (από 29% το 91), 43% απορρίπτει τη θέσπιση ίσων δικαιωμάτων μεταξύ Ελλήνων και ξένων, 60-84% θεωρεί τους μετανάστες αρνητικό παράγοντα για την ελληνική κοινωνία, 73-90% τους θεωρεί υπεύθυνους για την ανεργία και 53% για τους χαμηλούς μισθούς.[39]
Όταν οι άνεργοι οργανώνουν τον χρόνο τους και προγραμματίζουν την ζωή τους παρουσιάζουν σε μικρότερο βαθμό διάφορες διαταραχές. Παρατηρήθηκε ότι οι άνεργοι ξοδεύουν λιγότερο χρόνο για διασκέδαση και καπνίζουν περισσότερο. Το 44% των ανέργων βρετανών από 25 μέχρι 44 ετών είναι αλκοολικοί ενώ το αντίστοιχο ποσοστό των εργαζομένων είναι 28%. Οι άνεργοι των μεσαίων εισοδηματικών κατηγοριών αρχίζουν να διαβάζουν περισσότερο, ενώ οι απλοί εργάτες άνεργοι προτιμούν τη δωρεάν ψυχαγωγία. Σημαντικό μέρος του χρόνου τους είναι ανοργάνωτο και χαώδες.
Ο κύκλος των συναναστροφών των ανέργων συρρικνώνεται, γεγονός που οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι δεν έχουν την πολυτέλεια να πληρώσουν για διασκέδαση είτε να κάνουν συχνές επισκέψεις. Αυτό επιτείνει το σύμπλεγμα κατωτερότητας, την αίσθηση του αποδιοπομπαίου από την κοινωνία. Οι επαφές μεταξύ των ανέργων είναι ασθενείς. Δεν πρόκειται για μια ομάδα αναφοράς (Reference Group) με ενιαία αποδεκτούς κανόνες, αξίες και συμπεριφορές. Είναι μια καταναγκαστική ένταξη σε μια ομάδα στην οποία δεν επιθυμούν να ανήκουν. Γι’ αυτό είναι κατά κανόνα άγονες οι απόπειρες οργάνωσης αποκλειστικά ανέργων. Στο συνέδριο των ανέργων της ΟΔΓ (Δεκέμβριος 1982) απορρίφθηκε ομόφωνα η πρόταση για την οργάνωση σωματείου ανέργων με το ορθό σκεπτικό ότι θα επέτεινε την διάσπαση της εργατικής τάξης. Οι πρόσφατες δυναμικές κινητοποιήσεις ανέργων σε χώρες της Ευρώπης ,όπως και αυτές των αδιόριστων εκπαιδευτικών στην Ελλάδα, καθιστούν σαφή την αναγκαιότητα συντονισμού της δράσης εργαζομένων και ανέργων σε ενιαία μέτωπα με διεθνή προοπτική.
Αναφερθήκαμε ήδη στην ύπαρξη ερευνών που διαπιστώνουν στατιστικά σημαντική σχέση μεταξύ ανεργίας και ενός συνόλου φαινομένων που συνήθως χαρακτηρίζονται ως αποκλίνουσα συμπεριφορά (deviant behavior). Στις κοινωνικές και ιατρικές επιστήμες είναι πολύ δύσκολο να προσδιορισθούν μονοσήμαντα και επακριβώς οι έννοιες της ψυχικής υγείας, της κανονικής (normal) προσωπικότητας κλπ. Το ίδιο ισχύει σε μεγαλύτερο βαθμό και για την έννοια της αποκλίνουσας συμπεριφοράς. Οποιαδήποτε απόπειρα συστηματοποίησης των προσεγγίσεων που έχουν διαπιστωθεί θα καταλήξει τελικά στον εντοπισμό δύο φαινομενικά αλληλοαποκλειόμενων τάσεων:
1. Αναγωγή των φαινομένων της αποκλίνουσας συμπεριφοράς σε άκρως υποκειμενικούς, ψυχολογικούς, βιολογικούς, κληρονομικούς κ.λ.π. παράγόντες του ίδιου ατόμου.
2. Αναγωγή των εν λόγω φαινομένων στην αποκλειστική επίδραση «εξωτερικών» παραγόντων της κοινωνίας (κανόνες, αξίες, νόμοι κλπ.)
Έτσι ενώ όλοι σχεδόν συμφωνούν στον ορισμό της αποκλίνουσας συμπεριφοράς ως σύνολο ενεργειών, οι οποίες παραβιάζουν τους καθιερωμένους στην δεδομένη κοινωνία κανόνες (στερεότυπα, πρότυπα κλπ) συμπεριφοράς, δεν υπάρχει ενιαία άποψη για τα αίτια και τους τρόπους καταπολέμησής της. Ο χαρακτήρας αυτού του κειμένου δεν μας επιτρέπει μια διεξοδική εξέταση των υπαρχουσών απόψεων. Θα επισημάνουμε απλώς την μεθοδολογική μονομέρεια μερικών προσεγγίσεων, οι οποίες στο όνομα της αντικειμενικότητας, ακούσια είτε εκούσια προβαίνουν σε ισχυρισμούς αποπροσανατολιστικού και τελικά αντιδραστικού χαρακτήρα.
Αναφερθήκαμε ήδη στις διαπιστώσεις που οδήγησαν πολλούς επιστήμονες στην έννοια των «φαύλων κύκλων» της φτώχειας, της ανεργίας και της εξαθλίωσης. Αρκετά διαδεδομένη είναι η έννοια του «πολιτισμού της φτώχειας» ή του «υποπολιτισμού», κατά την οποία δεν αρμόζει να γίνεται λόγος για πολιτιστική υποβάθμιση και φτώχεια, δεδομένου ότι οι φτωχοί, οι άνεργοι κλπ. διαθέτουν διαφορετικό δικό τους πολιτισμό (ως σύμπλεγμα εθίμων, πεποιθήσεων, κανόνων και αξιών που επικρατούν στη συλλογικότητά τους και παραδίδονται από γενιά σε γενιά) σαν να ήταν μια διαφορετική φυλή. [40]
Εκπρόσωποι της σχολής του Σικάγου (Cohen, A. κ.α.) προχωρούν ακόμα περισσότερο ισχυριζόμενοι ότι οι άνθρωποι διδάσκονται την αποκλίνουσα συμπεριφορά κατά την διαδικασία αφομοίωσης του πνευματικού πολιτισμού τέτοιων ομάδων. Έτσι φορείς αποκλίνουσας συμπεριφοράς γίνονται τα άτομα, η κοινωνικοποίηση των οποίων πραγματοποιείται σε ένα κοινωνικό πολιτισμικό περιβάλλον, στο οποίο επικρατούν και θεωρούνται θεμιτές αξίες που προδιαθέτουν σε εκτροπή. Είναι προφανές ότι κατ’ αυτό τον τρόπο οι στοιχειώδεις διεκδικήσεις της εργατικής τάξης (εργαζομένων και ανέργων) μπορούν να θεωρούνται «αποκλίνουσα συμπεριφορά», ενώ μη αποκλίνουσα, θεμιτή κλπ. θεωρείται μόνο η κομφορμιστική υπακοή στο όλο πλέγμα της κυρίαρχης εκμεταλλευτικής θεσμικότητας. Είναι πολύ εύκολο κατ’ αυτό τον τρόπο προκαταλήψεις και φενάκες που ανακύπτουν από την αλλοτριωτική καθημερινότητα και από τον ανταγωνισμό των εργαζομένων σε συνθήκες κρίσης, να αναπαράγονται με επιστημονικοφανή τρόπο με την επίκληση μάλιστα και υπαρκτών στοιχείων που αφορούν τις επιπτώσεις της ανεργίας και την κατάσταση των ανέργων. Έτσι το σύμπτωμα που εκδηλώνεται στην επιφάνεια μπορεί να προβάλλεται αντεστραμμένα ως αίτιο αφ’ εαυτού. Από εδώ μέχρι την δαιμονολογική αντιμετώπιση της ανεργίας και των ανέργων, η απόσταση είναι πολύ μικρή και οι επιπτώσεις μιας τέτοιας προσέγγισης μπορούν να είναι ολέθριες (π.χ. ξενοφοβία, ρατσισμός, φασισμός). Σε αυτή την παραμορφωτική αντιμετώπιση μπορεί να συμβάλλει και η προβολή υπαρκτών στατιστικά σημαντικών σχέσεων μεταξύ ανεργίας και αποκλινουσών συμπεριφορών, όταν προσλαμβάνεται ως μηχανική, γραμμική και μη διαμεσολαβημένη αιτιώδης σχέση. Το θέμα δεν προσφέρεται για επιφανειακή καπηλεία και η ευθύνη τόσο των επιστημόνων όσο και των σωματείων είναι πολύ μεγάλη. Απαιτείται νηφάλια επιστημονική (και συνεπώς ταξική) προσέγγιση, που θα επιτρέπει να διακρίνεται η πραγματική κατάσταση από τις προσλήψεις, τις πρόχειρες κατηγοριοποιήσεις, την τάση να προσάπτεται στους ανέργους πληθώρα ιδιοτήτων κλπ. Η έρευνα δεν οφείλει να αποκρύπτει τα αποτελέσματά της, αλλά να τα τεκμηριώνει κατά τέτοιο τρόπο ώστε να γίνονται λειτουργικά κατά την χάραξη ταξικά συνεπούς τακτικής και στρατηγικής.
Σε κάθε περίπτωση η αποκλίνουσα συμπεριφορά είναι απόρροια των ανταγωνιστικών οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, απόρροια αντικειμενικών και υποκειμενικών αντιφάσεων της ανάπτυξής της. Η εκτίμηση οποιασδήποτε συμπεριφοράς ως αποκλίνουσας και της αποκλίνουσας συμπεριφοράς ως θετικής ή αρνητικής εξαρτάται:
1. από την εκτίμηση του αντίστοιχου κοινωνικού κανόνα (θεσμού κλπ.),
2. από την στάση της κοινωνικής ομάδας, η οποία παράγει και επιβάλλει τους εν λόγω κανόνες (και αποκλίσεις). Οποιαδήποτε (αποκλίνουσα ή μη) κοινωνική συμπεριφορά πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα: α) των συμφερόντων των κυρίαρχων δυνάμεων της κοινωνίας, β) των συμφερόντων της κοινωνικής ομάδας στα πλαίσια της οποίας λαμβάνει χώρα και γ)της δεδομένης ιστορικής συγκυρίας και δ)των προοπτικών ανάπτυξης της κοινωνίας. Μια άκρως στατική και εξωϊστορική αντιμετώπιση της υφιστάμενης κοινωνίας ως δεδομένης άπαξ και δια παντός δεν μπορεί να ξεπεράσει την προσέγγιση αυτών των προβλημάτων υπό το πρίσμα του άγονου δίπολου: κομφορμισμός - αντικομφορμισμός.
Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται και τα φαινόμενα περιθωριοποίησης, γκετοποίησης, λατρείας ενός λούμπεν τρόπου ζωής κλπ. που παρατηρούνται σε ομάδες (κυρίως νεαρής ηλικίας) ανέργων, τα οποία συνοδεύονται από πρωτογονισμό ενδιαφερόντων, χαμηλό πολιτιστικό επίπεδο κλπ.
Κατά κανόνα η αποκλίνουσα συμπεριφορά εκδηλώνεται όταν από την σκοπιά του δεδομένου υποκειμένου δημιουργείται μια μη διευθετήσιμη κατ’ άλλο τρόπο αντίφαση μεταξύ της συγκεκριμένης κατάστασης της ζωής του και του κοινωνικού κανόνα που προκαθορίζει είτε απαγορεύει ορισμένη συμπεριφορά. Η κατάσταση αυτή (προβληματική κατάσταση) παίρνει τον χαρακτήρα της ρήξης, της σύγκρουσης.
Οι καταστάσεις που συνδέονται με αποκλίνουσες συμπεριφορές όπως ο αλκοολισμός, τα ναρκωτικά και η αυτοκτονία παρουσιάζουν ορισμένα γνωρίσματα:
1. Οι δυσάρεστες καταστάσεις σε αυτές τις περιπτώσεις είναι τόσο μακροχρόνιες που γίνονται συχνά στοιχείο του τρόπου ζωής. Διαρκείς οικογενειακές προστριβές, αποτυχίες στον επαγγελματικό τομέα κλπ. λειτουργούν τραυματικά για το υποκείμενο και το εξωθούν σε μια τάση αλλαγής της κατάστασης που διαμορφώθηκε. Συγκεκριμένο ρόλο μπορεί να διαδραματίσει και η συγκεκριμένη δράση ή αδράνεια των σχετικών κοινωνικών θεσμών (νομοθεσία, κράτος, συνδικάτα κ.λ.π.)
2. το αδιέξοδο της κατάστασης που μπορεί να είναι πραγματικό, είτε να προσλαμβάνεται ως πραγματικό από το υποκείμενο. Αδυνατώντας να λάβει μια ριζική απόφαση και συχνά θεωρώντας την κατάσταση ως αδιέξοδο, το υποκείμενο στρέφεται συχνά σε «υποκατάστατα» διεξόδου, φυγής κλπ. όπως είναι το αλκοόλ και τα ναρκωτικά.
3. χαρακτηριστικό αυτών των καταστάσεων είναι ότι κατά κάποιο τρόπο «υπαγορεύουν» πλασματικούς τρόπους άρσης τους. Η βαθμιαία και χρόνια επισυσσώρευση έντασης βιώνεται ως μοιραία καθημερινότητα. Αναζητούνται λοιπόν μέσα που δίνουν την αυταπάτη της φυγής, ενώ στην πραγματικότητα επιδεινώνουν την συγκρουσιακή κατάσταση και την μετατρέπουν σε διαρκώς διογκούμενο ψυχοτραυματικό παράγοντα. Δημιουργείται κατ’ αυτόν τον τρόπο ένας φαύλος κύκλος.
Αποδεικνύεται λοιπόν ότι η προσφυγή του ανθρώπου σε αποκλίνουσες συμπεριφορές με αυτοκαταστροφικές συνέπειες χαρακτηρίζει ένα ψυχικό κόσμο για τον οποίο ο φόβος που τον περιβάλλει είναι μεγαλύτερος από τον φόβο του θανάτου.
Από τα παραπάνω, αλλά και από το σύνολο της βιβλιογραφίας που αφορά τις κοινωνικο- ψυχολογικές παραμέτρους απασχόλησης και ανεργίας συνάγεται ότι η κεντρική θέση στην όλη προβληματική κατέχει εν πολλοίς το ζήτημα της αποξένωσης, της αλλοτρίωσης, ως γενικευμένης διαδικασίας της κεφαλαιοκρατικής ανταγωνιστικής κοινωνίας που χαρακτηρίζεται από μετατροπή της δράσης του ανθρώπου και των αποτελεσμάτων της σε αυτοτελή δύναμη, η οποία κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο ως εχθρική.
Κλασσική ανάλυση του φαινομένου της αλλοτρίωσης βρίσκουμε στο έργο των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, οι οποίοι από την ανάλυση της αποξένωσης στη σφαίρα της πνευματικής ζωής πέρασαν στην μελέτη της αποξένωσης της πολιτικής και της οικονομικής ζωής. Στην ανάλυσή τους αναδεικνύονται ως πηγές της αλλοτρίωσης ο κεφαλαιοκρατικός καταμερισμός της εργασίας, ο αυθόρμητος, πρωτόγονος και συχνά ανεξέλεγκτος χαρακτήρας του συνόλου της κοινωνικής δραστηριότητας, η κυριαρχία της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και των εμπορευματικών χρηματικών σχέσεων και μέσα στην ίδια την άμεση διαδικασία της παραγωγής με την μετατροπή της εργασιακής δύναμης σε εμπόρευμα και της εργασίας σε μέσο ύπαρξης. Στα ώριμα οικονομικά έργα του Μαρξ η ανάλυση της αποξένωσης - αλλοτρίωσης τεκμηριώνεται με την θεωρητική ανάλυση του φετιχισμού του εμπορεύματος που διέπει το όλο πλέγμα των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων της κεφαλαιοκρατίας. [41]
Ως στιγμές αυτής της διαδικασίας οι Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς διέκριναν τις εξής στιγμές της αποξένωσης:
1. αποξένωσης του ανθρώπου από την ίδια τη δραστηριότητά του και ιδιαίτερα από την εργασία του η οποία διεξάγεται κατά τρόπο που τον φτωχαίνει και τον ερημώνει ψυχικά:
2. αποξένωση από τις συνθήκες εργασίας, οι οποίες ορθώνονται απέναντί του ως αλλοτριωτικοί παράγοντες (υλικοί και πνευματικοί). Αυτό αφορά ιδιαίτερα την αποξένωση του εργάτη από την διεύθυνση της παραγωγής και την επιστήμη.
3. αποξένωση του μισθωτού εργάτη από το αντικείμενο και τα αποτελέσματα της εργασίας του που αποκτούν αυξανόμενη αυτοτέλεια.
4. αντίστροφη των σχέσεων μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου, μετατροπή του ανθρώπου από υποκείμενο της ιστορίας σε απλή προσωποποίηση κοινωνικών δυνάμεων.
5. αποξένωση των εργαζομένων από τους κοινωνικούς θεσμούς και κανόνες, οι οποίοι αυτονομούνται σε γραφειοκρατικά και ιεραρχικά δομημένα συστήματα.
6. αποξένωση των πνευματικών δυναμικών (εν είδει ιδεολογίας της κυρίαρχης τάξης) από τους εργαζομένους. Χάσμα μεταξύ ιδεολογίας και ζωής, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται στα μέλη της κοινωνίας απαιτήσεις και προσδοκίες που δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές δυνατότητες της κοινωνίας (βλ. τα αίτια αποκλίνουσας συμπεριφοράς που προαναφέραμε)
Ο ισχυρισμός ότι η μακροχρόνια παραμονή του εργαζόμενου στην ανεργία «οδηγεί στην αποξένωση ... από το αντικείμενο της εργασίας του»(όπως αναφέρεται στο:ΚΜΕ Ανεργία και απασχόληση στην Ελλάδα,Συγχρονη Εποχή,Αθήνα,1991,σελ.241)- ακόμα και αν είναι απλώς αφελής- λειτουργεί απολογητικά έναντι των κυρίαρχων σχέσεων παραγωγής, εφ’ όσον υπονοεί ότι εκείνος που εργάζεται στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα δεν εμπλέκεται στην διαδικασία της αλλοτρίωσης.
Η παραπάνω προσέγγιση πρέπει να συνδυασθεί στην περίπτωσή μας με την εξέταση της υποκειμενικής πλευράς, του τρόπου με τον οποίο αυτές οι κοινωνικές διαδικασίες προσλαμβάνονται και βιώνονται από το άτομο. Αμερικανός κοινωνιολόγος διακρίνει τις εξής κοινωνικο - ψυχολογικές εκδοχές της αλλοτρίωσης:
1. αδυναμία - αίσθημα ανικανότητας και αδυναμίας του ανθρώπου να θέσει τα γεγονότα υπό τον έλεγχό του.
2. απουσία νοήματος - αίσθημα του ακατάληπτου, του ακατανόητου των κοινωνικών και προσωπικών του υποθέσεων.
3. κανονιστικός αποπροσανατολισμός - αναγκαιότητα προσφυγής σε κοινωνικά μη επιδοκιμαζόμενα μέσα για την επίτευξη των σκοπών του ανθρώπου.
4. πολιτισμική απώθηση - απόρριψη καθιερωμένη στην κοινωνία είτε σε ορισμένη κοινωνική ομάδα αξιών:
5. αυτοαπώθηση - συμμετοχή σε ενέργειες, οι οποίες δεν προκαλούν ικανοποίηση και προσλαμβάνονται ως εξωτερική αναγκαιότητα:
6. κοινωνική απομόνωση - αίσθηση καταφρόνησης, μη αποδοχής από τον περίγυρο.
Εκείνο που σαφώς απουσιάζει από τις περισσότερες εμπειρικές έρευνες είναι η θεωρητική και μεθοδολογική τεκμηρίωση. Η κοινωνία επιμερίζεται με ποικίλους τρόπους σε πληθώρα δειγμάτων - αντικειμένων χωρίς να προσδιορίζεται επακριβώς τι είναι η κοινωνία ως όλο και από ποιες νομοτέλειες διέπεται η ανάπτυξή της. Αυτό το φιλοσοφικό - μεθοδολογικό έλλειμμα εκδηλώνεται ανάγλυφα κατά τον προσδιορισμό εννοιών όπως: η προσωπικότητα, η ψυχική υγεία, η αποκλίνουσα συμπεριφορά κλπ.
Δεν σπανίζουν οι περιπτώσεις βιολογικοποίησης ψυχικών φαινομένων και ψυχολογικοποίησης κοινωνικών και οικονομικών φαινομένων (π.χ. ο ψυχισμός του ανέργου ως κύριο αίτιο της ανεργίας), η αυθαίρετη υπερεκτίμηση του βαθμού καθολικότητας κάποιου ήσσονος κλίμακας μηχανισμού ρύθμισης της ανθρώπινης συμπεριφοράς και η κατασκευή σε αυτή τη βάση μοντέλου της κοινωνίας, είτε «απόδειξης» του καθολικού χαρακτήρα κάποιας πτυχής της αλληλεπίδρασης των ανθρώπων. (βλ. π.χ. τους «φαύλους κύκλους» είτε τις ερμηνείες της αποκλίνουσας συμπεριφοράς).
Αλλά οι εν λόγω λανθάνουσες αρχές εκδηλώνονται και μέσω αποσιωπήσεων. Υπάρχουν πράγματι κάποιες απαγορευμένες ζώνες για την έρευνα. Πρόκειται κυρίως για τις ταξικές αντιθέσεις και συγκρούσεις, για τις σχέσεις ιδιοκτησίας και την όποια αμφισβήτηση της κυριαρχίας τους, για τους μηχανισμούς ταξικής αλληλεγγύης σε εθνική και διεθνή κλίμακα κλπ.
Συχνά δίνεται η εντύπωση ότι επιδεικνύεται περισσότερη σπουδή στις τεχνικές και στα μοντέλα των μετρήσεων παρά στο τι ακριβώς είναι αυτό το οποίο μετράται ποιοτικά και ουσιαστικά.
Από την υπάρχουσα βιβλιογραφία δημιουργείται συχνά η εντύπωση ότι η εργαζόμενοι και άνεργοι είναι δύο λίγο πολύ ανεξάρτητες, αυθύπαρκτες και οριοθετημένες ομάδες πληθυσμού - καταστάσεις.
Δεν υπάρχει λοιπόν μια συσχέτιση των επιπτώσεων της ανεργίας:
1) με τον χαρακτήρα της προηγούμενης εργασίας και της διαθέσιμης κατάρτισης, και
2) με τον τύπο της προσωπικότητας.
Απουσιάζουν επίσης τα στοιχεία για τις κοινωνικές και ψυχολογικές επιπτώσεις της ανεργίας όχι μόνο στους ανέργους, αλλά και στο σύνολο της εργατικής τάξης (απασχολούμενων και ανέργων).
Οι παραπάνω αδυναμίες σημαντικού μέρους της βιβλιογραφίας εξηγούν και την διατύπωση αντιφατικών και αλληλοαποκλειόμενων ισχυρισμών (βλ. π.χ. την περίπτωση της αιτιώδους συσχέτισης ψυχικής υγείας και ανεργίας).
Τα παραπάνω δεν αναιρούν την αξία των εν λόγω ερευνών ως υλικού για κριτικό και συνθετικό θεωρητικό αναστοχασμό.
ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ
Η χρόνια διαρθρωτική ανεργία αποτελεί ενδημικό φαινόμενο της σύγχρονης κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Η κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει το παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα την καθιστά ακόμα πιο επώδυνη για την εργατική τάξη. Μιαν εργατική τάξη κατακερματισμένη, ιδιωτεύουσα μάζα αγχωμένων από την απροσδιοριστία και την αβεβαιότητά τους, μονίμως μετεκπαιδευόμενων, επανακαταρτιζόμενων και διαθέσιμων προς κάθε χρήση του κεφαλαίου απασχολήσιμων. Μιαν εργατική τάξη που όσο πιο ευνουχισμένη θα είναι κοσμοθεωρητικά, οργανωτικά και πολιτικά, τόσο πιο πρόσφορη θα είναι για περαιτέρω χειραγωγήσεις και υπερεκμετάλλευση. Η ύπαρξη μιας ευρείας ζώνης φτωχών υποαπασχολούμενων και ανέργων επιτείνει τον κατακερματισμό και λειτουργεί ως ρυθμιστικός μοχλός «απορύθμισης» και «ευελιξίας» των όρων της εκμετάλλευσης εκ μέρους του σύγχρονου αστικού κρατικού παρεμβατισμού. Ο τελευταίος στις σύγχρονες συνθήκες δεν παραιτείται απλώς από τις παραδοσιακές λειτουργίες του «κράτους πρόνοιας» στην αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης και της κοινωνίας (οργανωμένη εκπαίδευση, υγεία, κοινωνική προστασία, κοινωνική συνοχή κλπ.), αλλά επιχειρεί με τον στρατηγικό προγραμματισμό του να μεταθέσει αυτές τις λειτουργίες στους άμεσα θιγόμενους απ’ αυτές τις αλλαγές. Οι κονδυλοφόροι της πλέον επιθετικής αστικής τάξης, μπροστά στο φάσμα ανεξέλεγκτων εκρήξεων, σπεύδουν να προτείνουν παρελκυστικούς μηχανισμούς συναίνεσης, εκτόνωσης και συγκάλυψης των εντάσεων με τη δημιουργία δομών αλληλεγγύης εκτός αγοράς και κράτους με τη συγκρότηση υποκατάστατων καταργούμενων λειτουργιών του κράτους. Προτείνουν ουσιαστικά την εμβάθυνση στις νέες ιστορικές συνθήκες της άντλησης υπεραξίας μέσω της εκμετάλλευσης και αυτού του αναγκαστικού ελεύθερου χρόνου ανέργων και υποαπασχολούμενων. Πρόκειται για μιαν ακόμα κυνική βαρβαρότητα της απολογητικής αγοραίας «επιστήμης» που προβάλλεται με το μανδύα της προαγωγής μιας φιλανθρωπικής αγαθοεργίας. Κύριος στόχος παραμένει και εδώ η κατά το δυνατό καθυστέρηση της ανασύνταξης της εργατικής τάξης σε «τάξη δι εαυτήν».[42]
Ωστόσο οι μέχρι τώρα επιτυχίες του κεφαλαίου σ΄αυτή την κατεύθυνση αδυνατούν να υπερβούν τις καταστροφικές και αυτοκαταστροφικές τάσεις της αντιφατικής ανάπτυξής του. Η νομοτελειακά επικείμενη ανασύνταξη του παγκόσμιου επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος προϋποθέτει και τη θεωρητική διάγνωση των τάσεων ανάπτυξης των παγκοσμιοποιούμενων παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής της εποχής.Προϋποθέτει επίσης και τη διερεύνηση των αντιφατικών κοινωνικών και ψυχολογικών (συνειδητών και ασυνείδητων) πτυχών αυτών των τάσεων ,καθώς και των τρόπων με τους οποίους αυτές βιώνονται από τα διάφορα τμήματα της παγκόσμιας εργατικής τάξης.
Το κείμενο αυτό βασίζεται σε μελέτη που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του ΙΝΕ - ΓΣΕΕ.
Νοέμβριος 1997
[1] К. Мαρξ. Το κεφάλαιο, εκδόσεις Σ.Ε, τόμ. 1, σελ. 668.
[2] Το ίδιο, σελ. 655.
[3] Вλέπε στο ίδιο, σελ. 656.
[4] Вλέπε στο ίδιο, σελ. 627.
[5] К. Мαρξ. Grundrisse, ρωσική έκδοση: Κ. Μαρξ, Φ. Ένγκελς, Έργα, τ. 46, μ.ΙΙ, σελ. 207-208.
[6] Вλέπε Λινάρδος - Ρυλμόν. Τι είναι η εργασία και σε τι χρησιμεύει, στο: Όψεις των Νέων Τεχνολογικών εξελίξεων. Πρακτικά συζητήσεων του Μαρξιστικού Ομίλου Οικονομικών και Κοινωνικών Μελετών. Αθήνα, 26\11\96 και 10\12\96.
[7] Вλέπε στο ίδιο.
[8] Вλέπε Ζωή Σκύφτη. Νέες μορφές απασχόλησης, ΙΝΕΕ \ ΓΣΕΕ, 1992, Κ. Κασιμάτη - Ε. Άλισον: Η μορφολογία της δεύτερης απασχόλησης. ΕΚΚΕ, 1989.
[9] Απογευματινή, Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 1997.
[10] Στο ίδιο, και Ριζοσπάστης 31 Αυγούστου, 1997.
[11] Στο ίδιο.
[12] Ριζοσπάστης, 31 Αυγ., 1997.
[13] Η γεωγραφική κατανομή της ανεργίας, στο: Ενημέρωση, του ΙΝΕ - ΓΣΕΕ τεύχος 20, Δεκέμβ., 1996, σελ. 14. [14] Στο ίδιο, και Αγγελιοφόρος, 18 Σεπτεμβρίου 1997.
[15] Кαθημερινή, 22 Αυγούστου, 1996.
[16] Вλέπε σχετικά: Κ. Μπατίκα, Συνδικάτα και Πολιτική, σελ. 35-45.
[17] В .Ι. Λένιν. άπαντα, ρωσ. Έκδ., τ.39. σελ. 15.
[18] Χαρακτηριστικό από αυτή την άποψη είναι το ερωτηματολόγιο (99 ανοικτά ερωτήματα) του Κ. Μαρξ που δημοσιεύθηκε στις 20\4\1880 στο Νο 4 του περιοδικού «La Revue socialiste», (βλέπε Κ. Μαρξ, Φ. Ένγκελς, Έργα, τ. 19, σελ. 233-240.
[19] Βλέπε σχετικά: Κ. Μπατίκα, Συνδικάτα και Πολιτική, σελ. 340-342. Α. Α. Γκάλκιν, Β. Ν. Κότοφ κ.α. Η κεφαλαιοκρατία σήμερα: Παράδοξα της ανάπτυξης., Μ. 1989 Λ. Λ. Κιστέρσκι. Ο σύγχρονος μηχανισμός χρηματιστικής εκμετάλλευσης των αναπτυσσόμενων χωρών. Κίεβο, 1988, Η οικονομία των ξένων χωρών. Μ., 1990. Ι.Β. Ζουμπάροφ, Ι.Κ. Κλιούτσνικοφ. Ο μηχανισμός οικονομικής ανάπτυξης των πολυεθνικών εταιριών. Μ. 1990. Σύγχρονη κεφαλαιοκρατία : οικονομικός μηχανισμός και επιστημονικοτεχνική πρόοδος, Μ. 1989 κ.α.
[20] Veroff J., Douvan, E. And Kulka, R.A. (1981). The Inner Amerikan, New York. Basic Books.
[21] Yankelovich D. New Rules, p. 152.
[22] Вλέπε: Campbell, A., Converse, P.E. and Rodgers, W. L. (1976). The Quality of Amerikan Life. New York: Sage.
[23] Вλέπε Κον Ι. Σ. Αναζητώντας τον Εαυτό. Η προσωπικότητα και η αυτοσυνείδησή της. Μ. 1984., σελ. 131-133.
[24] Вλ. π.χ. Merzberg, F., Mausner, B. And Snyderman, B. (1959) The Motivation to work. New York: Wiley, Fridman G. Ou va le travail humain, P. 1965. (ελληνική έκδοση: Κάλβος, Αθήνα. 1984),
[25] Βλ. τις σχετικές εργασίες του M. Weber, στο: Gesammelte Aufsatze zur Religionssoziologie. Bd. 1-3, Tub., 1978-1986.
[26] Σ. Καράγιωργας: διαστάσεις της φτώχειας στην Ελλάδα, τομ. Α-Β, Αθήνα, 1990. Φάκελος: Εισοδηματικές ανισότητες και φτώχεια. Επιλογή κειμένων Κ. Κασιμάτη. Πάντειο Πανεπιστήμιο... Αθήνα, 1992. Β. Χόφμαν. Εξαθλίωση, στο: ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ, εκδ. Επίκουρος, 1973, σελ. 33-74.
[27] Βλ. Vertef M. L’ ouvrier francais. Le travail ouvrier, p. 75.
[28] Διαστάσεις της φτώχειας στην Ελλάδα. ΕΚΚΕ. Σ. Καράγιωργας κ.α.τόμος Β., Αθήνα 1990, σελ. 463.
[29] Кατσικά Χ. και Καββαδία Γ. Η ελληνική εκπαίδευση στον ορίζοντα του 2000, Gutenberg, Αθήνα, 1996, των ίδιων: Η ανισότητα στην Ελληνική εκπαίδευση. Αθήνα 1994.
[30] Fletcher, B. (1983) Marital relationships as a couse of death: an analysis of occupational mortality and hidden consequences of marriage - some V. K. Data. Human Relations 36, 123-3.
[31] Σ. Μπαμπανάσης. Η διαδικασία εξάλειψης της φτώχειας στην Ελλάδα. Ε. Ευρ. Κ. Ν. 4, 1983, σελ. 305.
[32] Brenner, M. Harrey (1977) Personal stability and economic security. Social Policy, 8, 3.
[33] Κοινωνικές επιπτώσεις, στο ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ του ΙΝΕ\ΓΣΕΕ, τ. 20, Δεκ., 1996, σελ. 15.
[34] Wilcock,, R. And W. Franke. Unwanted Workers: Permanent Layoffs and Long - ferm Unemployment. New York: Free Press, 1963, p. 93.
[35] Βλέπε Σταθόπουλος Α. Πέτρος. Απασχόληση και ψυχική διαταραχή. Επιθεώρηση κοινωνικών, Ν.66, 1987..
[36] βλ. Μαδιανός Μ. Κοινωνία και ψυχικές διαταραχές. Επιθεώρηση κοινωνικών ερευνών Ν. 39 - 40, 1980, Πλ. Κεχαγιά, Απογευματινή 20\12\1992 και ΕΘΝΟΣ, «Η ανεργία βλάπτει σοβαρά την υγεία», 27\71995.
[37] Π. Λινάρδος - Ρυλμόν, Άνεργοι και οικογένεια, Οικονομ. Ταχυδρόμος, 23\11\1995.
[38] Futnham, A. Altitudes foward the unemployed reciving social security benefits - Human Relations, 1982, N.2, P.135-150.
[39] Мηνακάκης Β. Όταν η βιολογία συναντά τον ρατσισμό. Πριν 26\10\1997.
[40] Βλ. π.χ. Levis, Oscar: La Vida - A Puerto Rivas Family in the Culture of Poverty, Randon, N.Y. Secker, London, 1966.
[41] Βλέπε σχετικά: K. Marx. Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844, εκδ. Γλάρος, Αθήνα 1975, Κ. Μαρξ, Φ. Ένγκελς. Η γερμανική ιδεολογία, Αθήνα Gutenberg, τ. 1-2, 1979. Κ. Μαρξ. Το κεφάλαιο, τ. 1-3, Σ.Ε. Κ. Μαρξ. Θεωρίες για την υπεραξία, μέρη 1-3. Σ. Ε. Κ. Μαρξ Grundisse, τ. Α,Β,Γ, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα, 1989.
[42] Вλ. J. Rifkin. Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της. Νέα Σύνορα - Α.Α.Λιβάνη, Αθήνα 1996.

ΣΥΝΩΜΟΤΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΑΛΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ : 1ο Μέρος

Τα πρωτόκολλα των σοφών της Ελλάδας
Μια διαχρονική «δήλωση»Υπήρξε αναμφίβολα η συνωμοτική θεωρία της δεκαετίας. Ο λόγος για την περιβόητη «δήλωση Κίσινγκερ», που -παρά την οφθαλμοφανή πλαστότητά της- περιφέρθηκε (και εν μέρει εξακολουθεί να περιφέρεται) ως μέγα ντοκουμέντο από ΜΜΕ σε ΜΜΕ, «αποδεικνύοντας»:(α) ότι οι Ελληνες, ως τέτοιοι, αποτελούμε έναν από τους βασικούς στόχους των «σκοτεινών κέντρων» της παγκόσμιας πολιτικής, και (β) ότι βασικό όχημα αυτής της επίθεσης συνιστά η προσπάθεια των παραπάνω σκοτεινών κύκλων να αποκοπεί ο «ελληνισμός» από τις «ρίζες» της γλωσσικής, θρησκευτικής, κ.λπ. παράδοσής του. Ο ρόλος του ίδιου του Κίσινγκερ στην όλη μυθοπλασία είναι προφανής: εκτός από νεκροθάφτης της ενιαίας Κύπρου το 1974, ο μυστικοπαθής πάλαι ποτέ σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας και υπουργός Εξωτερικών του Νίξον έχει το επιπλέον «προσόν» της γερμανοεβραϊκής καταγωγής, που λειτουργεί προωθητικά για όσες συνωμοτικές θεωρίες δεν αρκούνται στον απλό αντιαμερικανισμό. Εξυπακούεται, βέβαια, ότι πρώτο θύμα αυτής της παραφιλολογίας είναι η προσπάθεια για μια ορθολογική ανάλυση της ίδιας της ιμπεριαλιστικής πολιτικής των ΗΠΑ. Ας επιστρέψουμε, όμως, στο ιστορικό της «δήλωσης». Ηταν Φεβρουάριος του 1997, όταν το περιοδικό «Νέμεσις» της Λιάνας Κανέλλη δημοσίευσε, ως ένθετο σε μια πολυσέλιδη συνέντευξη με τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου, το παρακάτω «απόσπασμα ομιλίας του Χένρι Κίσινγκερ από [sic] τη βράβευσή του από προσωπικότητες του επιχειρηματικού κόσμου των ΗΠΑ στην Ουάσιγκτον», που (υποτίθεται ότι) είχε γίνει το Σεπτέμβριο του 1994:«Ο ελληνικός λαός είναι δυσκολοκυβέρνητος και γι' αυτό πρέπει να τον πλήξουμε βαθιά στις πολιτισμικές του ρίζες. Τότε ίσως συνετισθεί. Εννοώ, δηλαδή, να πλήξουμε τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα πνευματικά και ιστορικά του αποθέματα, ώστε να εξουδετερώσουμε κάθε δυνατότητά του να αναπτυχθεί, να διακριθεί, να επικρατήσει, για να μη μας παρενοχλεί στα Βαλκάνια, να μη μας παρενοχλεί στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή, σε όλη αυτή τη νευραλγική περιοχή μεγάλης στρατηγικής σημασίας για μας, για την πολιτική των ΗΠΑ».Ως πηγή του δημοσιεύματος υποδεικνύεται η αγγλόγλωσση τουρκική εφημερίδα «Turkish Daily News» της 17.2.97.Παρά τον προφανή παραλογισμό του, το «ντοκουμέντο» έγινε πανηγυρικά δεκτό από μια πλειάδα αναλυτών που έσπευσαν, αντιγράφοντας ο ένας τον άλλο, να το επικαλεστούν ως το απόλυτο επιχείρημα υπέρ της «ανάγκης» για «εθνική καθαρότητα»: από το «Νέμεσις», η «δήλωση Κίσινγκερ» περνά έτσι στο «Χρόνο» της Κομοτηνής (12.3.97) κι από κει στο επετειακό μήνυμα Σαρτζετάκη για την 25η Μαρτίου, την «Εστία» και τα «Πολιτικά Θέματα» (30.5.97) ταυτόχρονα την αναδημοσιεύουν αλυσιδωτά η «Ελεύθερη Ωρα», το «Δικαίωμα» (3.1997), ο «Οικονομικός Ταχυδρόμος» (14.8.97) και, στο «Βήμα», οι Χρήστος Γιανναράς (24.8.97) και Μάριος Πλωρίτης (31.8.97). Καθένας προσθέτει και το δικό του «ερμηνευτικό» αλατοπίπερο, με κοινή συσισταμένη την «απόδειξη» της «συνωμοσίας» από τα ίδια τα πράγματα: η «αδιαφορία στην Ελλάδα για την προκλητικά ωμή δήλωση του Κίσινγκερ», γράφει χαρακτηριστικά ο Γιανναράς, «είναι απτή απόδειξη ότι η στρατηγική που εισηγήθηκε ο πολύς Χένρι έχει τεθεί σε εφαρμογή με εντυπωσιακά κιόλας αποτελέσματα»...-Τι κι αν η «δήλωση» διαψεύσθηκε (ως γεγονός και ως περιεχόμενο) γραπτώς από τον ίδιο τον Κίσινγκερ («Πολιτικά Θέματα» 13.6.97);
-Τι κι αν η πρωτότυπη «πηγή» της ακόμη αναζητείται, όπως αμήχανα ομολογεί εκ των υστέρων η ίδια η Κανέλλη («Νέμεσις» 10.1997), απορώντας που «δεν βρίσκεται το φύλλο αυτό» της «Turkish Daily News» ούτε στο Ιντερνετ ούτε στα γραφεία της εφημερίδας;Οσοι προσπάθησαν να εξηγήσουν την απάτη, όπως ο καθηγητής Ν. Αλιβιζάτος, λοιδωρούνται σαν «τοποτηρητές και αμύντορες εν Ελλάδι της υπολήψεως του Κίσινγκερ» (Χρ. Σαρτζετάκης), ενώ το πλαστό «ντοκουμέντο» θα υιοθετήσουν και αρθρογράφοι όπως ο Κ. Μπέης («Ε» 15.10.97), ο Στ. Παπαθεμελής («Βήμα» 2.8.98) ή ο Ν.Ψυρούκης («Ελλοπία» 11.1998). Γιατί να πιστέψει κανείς τον πάλαι ποτέ «μάγο» της αμερικανικής διπλωματίας;Κι όμως... Η καλύτερη απόδειξη για την πλαστότητα της «δήλωσης» είναι το γεγονός ότι αυτή είχε δημοσιευθεί οκτώ τουλάχιστον χρόνια πριν από τότε που υποτίθεται πως έγινε! Στην «Ελευθεροτυπία» της 26.1.1986, ο δικηγόρος Θ. Σταυρόπουλος τη χρησιμοποιεί -κι αυτός- ως επιχείρημα για την «ανάγκη» επιστροφής των αρχαίων στα γυμνάσια. Η μόνη διαφορά, εδώ, αφορά τη χρονολόγησή της: Νοέμβριος του 1973, «ακριβώς μετά τη σφαγή του Πολυτεχνείου»...
ΔΙΑΒΑΣΤΕ
Αθανασίου Στριγά «Παγκόσμιοι εντολοδότες» (εκδ. Νέα Θέσις, Αθήνα 1993). Η μητέρα όλων των μπεστ σέλερ του συγγραφέα. Πολλά γεγονότα, πολύ μυστήριο και δημιουργική φαντασία.
Αθανασίου Στριγά «Η Μαύρη Βίβλος των Ελλήνων πολιτικών» (εκδ. Νέα Θέσις, Αθήνα 1994). Επιτομή όσων κατά καιρούς έχουν γραφεί για τους διαπλεκόμενους eλληνες πολιτικούς. Προστίθεται η απαραίτητη σχέση των πολιτικών με τις διεθνείς μυστικές υπηρεσίες.
Αθανασίου Στριγά «Πολυτεχνείο 1973» (εκδ. Νέα Θέσις, Αθήνα 1996). Καρικατούρα της ηρωικής εξέγερσης, όπου οι αφελείς φοιτητές εμφανίζονται άβουλα όργανα της Λέσχης Μπίλντεμπεργκ.
Κυριάκου Βελόπουλου «Ξυπνήστε. Η Ελλάδα αιμορραγεί. Το απαγορευμένο βιβλίο για τους Ελληνες» (τόμος Α', εκδόσεις Κάδμος, Θεσσαλονίκη).
«Ξυπνήστε. Η Ελλάδα αιμορραγεί. Δούρειοι ίπποι εναντίον του έθνους» (τόμος Β', εκδόσεις Ιστοριογνωσία, Θεσσαλονίκη 1999). Δύο ογκώδεις τόμοι αφιερωμένοι στους ποικιλώνυμους εχθρούς του ελληνισμού και τα σκοτεινά τους σενάρια κατά του έθνους.
Πάνος Καμμένος «Τρομοκρατία. Θεωρία και πράξη» (Ελληνική Ευρωεκδοτική, Αθήνα 1900). Το βιβλίο που ανέδειξε τον 25χρονο διοικητή μιας «προβληματικής» υπό αποκρατικοποίηση σε πολιτικό αστέρα της νέας δεξιάς. 586 προχειρογραμμένες σελίδες περί παντός του επιστητού, με αναρίθμητα λάθη και κεντρικό ιστό τη σχέση ΠΑΣΟΚ και 17Ν. ΔΕΙΤΕΛούνα Παρκ (Luna Park) του Πάβελ Λουνγκίν (1992). Η άνοδος του νεοναζισμού και του αντισημιτισμού στη σύγχρονη Ρωσία, ως αποτέλεσμα κομμουνιστικής συνωμοσίας με ολίγην από... Εβραίους.Talk Radio του Ολιβερ Στόουν (1988). Τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών» ως πηγή έμπνευσης ενός αμερικάνου ναζιστή δολοφόνου.
(Ελευθεροτυπία, 1/4/2001)
www.iospress.gr

ΣΥΝΩΜΟΤΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΑΛΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ : 2ο Μέρος

Τα πρωτόκολλα των σοφών της Ελλάδας Τιμούμε τους σημαντικότερους εκπροσώπους των συνωμοτικών θεωριών στη χώρα μας. Η μέρα που διαλέξαμε ίσως δεν είναι η πλέον κατάλληλη. Διότι το χαρακτηριστικό των συνωμοτικών θεωριών δεν είναι τόσο το ίδιο το "ψέμα" όσο η κατασκευή μιας αληθοφανούς τερατολογίας.
Μια από τις πιο επιτυχημένες κατασκευές της διεθνούς πολιτικής συνωμοτικής θεωρίας είναι αναμφίβολα τα περίφημα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών». Παρά το γεγονός ότι έχει αποδειχθεί η πλαστότητά τους και έχει τεκμηριωθεί η κατασκευή τους από την τσαρική Οχράνα, ακόμα και σήμερα γοητεύουν την πολιτική σκέψη σχεδόν σε πλανητική κλίμακα. Αυτή η ακατανίκητη γοητεία των συνωμοτικών θεωριών οφείλεται στο γεγονός ότι πάντα δίνουν μια μονοσήμαντη ερμηνεία στα πολύπλοκα ιστορικά και πολιτικά φαινόμενα.Από την άλλη μεριά, προσφέρουν και το απαραίτητο μυστήριο, το οποίο ενισχύει ακόμα περισσότερο την αληθοφάνειά τους.Το μυστικό των συνωμοτικών θεωριών είναι ότι όσο περισσότερο αποκαλύπτεται η πλαστότητά τους, τόσο οι υποστηρικτές τους μπορούν να ισχυρίζονται ότι οι επικριτές τους αποτελούν μέρος της «συνωμοσίας».Μ' άλλα λόγια, η τεκμηρίωση ότι μια συνωμοτική θεωρία είναι πλανημένη, χρησιμοποιείται ως μια ακόμα απόδειξη ότι «κάποια αλήθεια υπάρχει στο βάθος». Ο αντινατοϊκός του ΝΑΤΟΟ αναμφισβήτητος πρωτεργάτης των σύγχρονων ελληνικών συνωμοτικών θεωριών είναι ο συγγραφέας Αθανάσιος Στριγάς. Ο ίδιος αρθρογραφεί στην εφημερίδα «Εθνος» και εμφανίζεται σε όλα τα κανάλια ως «ειδικός αναλυτής». Τα περισσότερα βιβλία του έχουν γίνει μπεστ σέλερ.Πολυγραφότατος και πολυπράγμων, ο κ. Στριγάς διαθέτει ένα ακλόνητο ατού: υπήρξε ο ίδιος υπάλληλος (ή πράκτορας) του ΝΑΤΟ. Μ' άλλα λόγια, ο κ. Στριγάς εμφανίζεται να τα ξέρει όλα «απ' τα μέσα». Ενα δεύτερο στοιχείο που βοήθησε την εμπορική επιτυχία των βιβλίων του είναι ότι ο κ. Στριγάς είχε την τύχη να βρει ισχυρό υποστηρικτή στο πρόσωπο του Βασίλη Ραφαηλίδη, ο οποίος προκάλεσε το ενδιαφέρον του αριστερού αντιαμερικανικού κοινού.Το ερμηνευτικό σχήμα του κ. Στριγά είναι πολύ απλό: υπάρχουν δύο παγκόσμιες συνωμοτικές οργανώσεις, η λέσχη Μπίλντεμπεργκ και η Τριμερής Επιτροπή, από τις οποίες εκπηγάζουν τα πάντα: αυτές καθορίζουν τον πόλεμο και την ειρήνη, αυτές διορίζουν τους πρωθυπουργούς και τους δικτάτορες, αυτές μοιράζουν και την οικονομική εξουσία των καρτέλ του πετρελαίου.Και για τους πιο απαιτητικούς, ο κ. Στριγάς «αποκαλύπτει» την ύπαρξη ενός παγκόσμιου «Συμβουλίου κατασκευής πολιτικών» με πρόεδρο τον Ντ. Ροκφέλερ και μέλη τούς Κίσιγκερ, Αλεξάντερ Χέιγκ, Τόσιο Νακαμούρα (της Μιτσουμπίσι), Ρότσιλντ (τραπεζίτη), Ανιέλι (της Φίατ), Ντάνκαν (της Κόκα-Κόλα), κ.λπ. («Εντολοδότες», σ. 256).Ο τρόπος που γράφει ο Στριγάς είναι η κλασική μέθοδος των «μετρ» της συνωμοτικής αντίληψης της ιστορίας:1. Απαριθμεί χρονολογικά γεγονότα, τα οποία μπορεί ο καθένας να επαληθεύσει με τη μνήμη του ή με ξεφύλλισμα παλιών εφημερίδων. Η πληθώρα των πληροφοριών δημιουργεί στον αναγνώστη την αίσθηση ότι ο συγγραφέας είναι σοφός και ειδικευμένος αναλυτής. 2. Παραθέτει εμβόλιμα κάποια προσωπικά στοιχεία πεθαμένων ανθρώπων ή υψηλών στελεχών διεθνών οργανισμών, τα οποία είναι απρόσιτα στον υποψιασμένο αναγνώστη και η διασταύρωσή τους αδύνατη. 3. Χρησιμοποιεί διάφορα σκόρπια έγγραφα, τα οποία ενισχύουν σε διάφορους βαθμούς την πλοκή της πολιτικής μυθοπλασίας.4. Εισάγει τον εαυτό του ως αυτήκοο μάρτυρα ή και δράστη κάποιας επιχείρησης, έτσι ώστε να αποκλείεται οποιοσδήποτε έλεγχος ή αμφισβήτηση.Για τους θεωρητικούς της συνωμοσίας δεν υπάρχουν ούτε κοινωνικές δυνάμεις ούτε πολιτικά κινήματα. Ολα είναι αποτέλεσμα μηχανορραφιών και διατεταγμένων ενεργειών. Μια απλή χρονολογική σύμπτωση αρκεί για το συνδυασμό εντελώς άσχετων γεγονότων.
Ετσι «συνδέεται» από τον κ. Στριγά η εκτέλεση του Λουμούμπα με την εκτέλεση του Μεντερές και τη σύλληψη του Μέρτεν στην Ελλάδα, μόνο και μόνο επειδή τα τρία γεγονότα συνέπεσαν τον Σεπτέμβρη του 1959.Δυστυχώς, ακόμα και σ' αυτά τα απλά ο συγγραφέας κάνει λάθος: ο Μεντερές ανατράπηκε τον Μάιο του 1960 και εκτελέστηκε τον Σεπτέμβριο του 1961, ο δε Λουμούμπα συνελήφθη τον Δεκέμβριο του 1960 και δολοφονήθηκε τον Ιανουάριο του 1961. Αλλά και η σύλληψη του Μέρτεν πραγματοποιήθηκε το 1957!Το αγαπημένο του θέμα είναι οι πολιτικές δολοφονίες. Ο κ. Στριγάς δίνει νέα ερμηνεία στις γνωστές δολοφονίες (για παράδειγμα, αποδίδει τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη σε έναν πράκτορα της CIA, τη δολοφονία του Τσάντες στη NSA, τη δολοφονία του Μάλλιου στον σταθμάρχη της CIA Ελρόι Τζορτζ), αλλά «αποκαλύπτει» και άλλες άγνωστες «δολοφονίες»: του Μακάριου, της Φρειδερίκης, του Σοφοκλή Βενιζέλου, του Παπάγου, του Βασιλιά Παύλου.Από τα βιβλία του κ. Στριγά δεν λείπουν και οι αποτυχημένες απόπειρες δολοφονίας: του Ντέιβιντ Ροκφέλερ, του Καραμανλή, του Ανδρέα. Ολες, έργα των διαβόητων μυστικών υπηρεσιών, οι οποίες δεν εφείσθησαν της ζωής ούτε του ταπεινού τους υπαλλήλου.
Το 1984 στράφηκαν και εναντίον του κ. Στριγά. Ο ίδιος μας διηγείται πώς κατάφερε να γλιτώσει: «Τηλεφώνησα σε κάποιο πρόσωπο στην Ουάσιγκτον τελικά, του οποίου το όνομα δεν μπορώ να αναφέρω εδώ. Εκείνο που μπορώ να πω είναι ότι η προσωπικότητα αυτή είναι ισχυρότερη και από τον εκάστοτε Πρόεδρο των ΗΠΑ. Είναι ο Διαχειριστής του Δυτικού Κόσμου!!» («Μαύρη Βίβλος», σ. 188) Παντού στην ανάλυση του κ. Στριγά υπάρχουν πράκτορες.*Ο Ανδρέας Παπανδρέου διέθετε, κατά τον κ. Στριγά, ταυτότητα πράκτορα της υπερυπηρεσίας των ΗΠΑ NSA («Εντολοδότες», σ. 372).*Πράκτορας και ο Καραμανλής και όλοι οι άλλοι πολιτικοί. Πράκτορας των Αγγλων η Αγγέλα Κοκόλα («Μαύρη Βίβλος», σ. 292).*Πράκτορας και μάλιστα πληρωμένος των «εξτρεμιστών» της «Τριμερούς» ο Γιάγκος Πεσμαζόγλου, ο οποίος συνεδρίαζε κατά τον Στριγά με τους βασανιστές της χούντας Μάλλιο, Μπάμπαλη και Καραπαναγιώτη («Πολυτεχνείο», σ. 141).*Πράκτορες των Αμερικάνων και οι τρεις ηγέτες του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος (εδώ ο κ. Στριγάς φωτογραφίζει τη Μαρία Δαμανάκη, τον Κώστα Λαλιώτη και τον Στέφανο Τζουμάκα), οι οποίοι συνεδρίαζαν στην αμερικανική πρεσβεία το βράδυ της 16ης Νοεμβρίου 1973.*Πράκτορας ακόμα και ο ολλανδός δημοσιογράφος Κουράντ που κινηματογράφησε την είσοδο του τανκ στο Πολυτεχνείο (σ. 141).Ολα τα λαϊκά κινήματα και οι εξεγέρσεις έχουν πραγματοποιηθεί κατά τον Στριγά από προβοκάτορες. Οι εφοπλιστές «σε συνεργασία με τους κομμουνιστές έστειλαν τα Ελληνόπουλα στα ξερονήσια με την ετικέτα του "κομμουνιστή" για να εισπράξουν λεφτά, επειδή όσο πιο πολλοί κομμουνιστές υπήρχαν στα νησιά, τόσο περισσότερα δολάρια έστελνε η φίλη Αμερική» («Εντολοδότες», σ. 369).Και την εξέγερση του Πολυτεχνείου την πραγματοποίησε ο Μοσέ Νταγιάν με χίλιους κομάντος απ' τις Βρυξέλλες! (σ. 540) Ακόμα και τον ΑΣΠΙΔΑ, ο Ανδρέας Παπανδρέου υποτίθεται ότι τον έστησε με τους χουντικούς Ιωαννίδη, Στειακάκη, Λαδά και Αραπάκη («Εντολοδότες», σ. 391). Αναφέρεται επίσης συμφωνία του Ανδρέα με την KGB στο στρατηγείο της NSA (!) να διαλυθεί η ΚΝΕ και το 30% των μελών της να απορροφηθεί στην ΚΥΠ (σ. 466).Χαρακτηριστικό για τον τρόπο σκέψης των συγγραφέων συνωμοτικών θεωριών είναι ο τρόπος που αντικρούει ο κ. Στριγάς τους επικριτές του. Στο επίμετρο ενός βιβλίου του («Πολυτεχνείο», σ. 323-6) απαντά σε όσους ανακάλυψαν γλωσσικά και ορθογραφικά λάθη στα έγγραφα που παραθέτει και τον κατηγόρησαν ότι είναι πλαστά:«Πολλές διεθνείς υπηρεσίες έστελναν το ίδιο έγγραφο δυο φορές, στον ίδιο παραλήπτη. Εγώ δημοσιεύω τα "πρώτα" έγγραφα, τα οποία έχουν σκόπιμες παραλείψεις, μισά ή αλλοιωμένα ενδεικτικά νούμερα, κάποια λάθη ορθογραφικά και άλλα».
Μ' άλλα λόγια, ο συγγραφέας συνομολογεί ότι τα έγγραφα που παραθέτει είναι παραχαραγμένα! Κι αυτό το θεωρεί στοιχείο της γνησιότητάς τους.Το αδύνατο σημείο όλων των συνωμοτικών θεωριών είναι ότι πρέπει να προχωρούν και σε κάποιες προβλέψεις για να έχει δύναμη η κινδυνολογία τους. Εκεί είναι βέβαια που μετατρέπονται σε μικρούς αποτυχημένους Νοστράδαμους. Ετσι την πάτησε κι ο κ. Στριγάς. Το 1993, στους «Παγκόσμιους Εντολοδότες» υποχρεώθηκε να προβλέψει την καταστροφή για το 2000:«Πρέπει να μάθει ο Ελληνας πολίτης ότι στην επόμενη δεκαετία τα σύνορα της Ελλάδας θα αλλάξουν. Θα απαιτείται διαβατήριο για να ταξιδέψει κανείς μέχρι τη Θεσσαλονίκη, την Αλεξανδρούπολη, την Καβάλα. Οπωσδήποτε μέχρι την ανατολή του 2000 το Αιγαίο Πέλαγος θα μοιραστεί μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και αυτονόητο είναι πως τα ελληνικά νησιά Λέσβος, Σάμος, Ρόδος, κ.λπ. θα πάψουν πια να είναι ελληνικά. Η Κρήτη θα αυτονομηθεί. Είναι πολύ αργά πια για οποιαδήποτε αντίδραση». («Παγκόσμιοι Εντολοδότες», σ. 638-9) Γνωρίζουμε ότι οι οπαδοί του κ. Στριγά θα βρουν τρόπο να δικαιολογήσουν την ανεκπλήρωτη προφητεία: Φαίνεται ότι η Μπίλντεμπεργκ πήρε το πάνω χέρι, κι έτσι δεν πραγματοποιήθηκαν τα σχέδια της Τριμερούς, κ.λπ., κ.λπ.Ολα αυτά θα ήταν ένα ευχάριστο ανάγνωσμα, ισάξιο με τα ανάλογα του Ιαν Φλέμινγκ ή του Ζεράρ ντε Βιλιέ, αν δεν αποτελούσαν ταυτόχρονα ένα σαφές όχημα φαιάς πολιτικής προπαγάνδας. Το διαλαλεί περήφανος στην εισαγωγή του ο αποκλειστικός εκδότης του κ. Στριγά: «Να ξεκουμπιστεί σύσσωμο το ετερόφωτο και ξενοκίνητο πολιτικό κατεστημένο του τόπου». («Παγκόσμιοι Εντολοδότες», σ. 18). Πράγμα φυσικό. Ο εκδότης του κ. Στριγά δεν είναι άλλος από τον γνωστό ηγέτη του ακροδεξιού και φιλοχουντικού ΕΝΕΚ Ιωάννη Σχοινά (ή Σχινά).Την κλασική συνταγή της «σιωνιστικής συνωμοσίας» ακολουθεί ο γνωστός τηλε-βουλευτής Γιώργος Καρατζαφέρης. Οταν βαρέθηκε να αποδίδει όλα τα δεινά της χώρας στον σιωνιστικό δάκτυλο του κ. Ροζάκη, άρχισε να «αποκαλύπτει» ότι και ο κ. Σημίτης είναι εβραίος και ότι το πραγματικό του όνομα είναι Αβουρής.
Νότιοι και Βόρειοι
Την έξοδό του από τη Νέα Δημοκρατία ο κ. Καρατζαφέρης την αποδίδει στη Λέσχη Μπίλντεμπεργκ και καταγγέλλει τους περισσότερους συναδέλφους του ως μασόνους. Κεντρική πολιτική σύλληψη της «σκέψης Καρατζαφέρη» είναι η συνωμοσία εναντίον της Ελλάδας που εξυφαίνουν εβραίοι και Νέα Τάξη.Ο πυρήνας της σκέψης αυτής οφείλει πολλά στον φίρερ της 4ης Αυγούστου Κώστα Πλεύρη, τον οποίο φιλοξενούσε μέχρι πρότινος στο κανάλι του ο Καρατζαφέρης. Οι συνωμοτικές θεωρίες εκπροσωπούνται επαξίως και στη βόρεια Ελλάδα. Φροντίζει γι' αυτό ο δημοσιογράφος Κυριάκος Βελόπουλος, ο οποίος πρόσφατα έχασε τη δικαστική του μάχη με την εφημερίδα «Αυγή» που τον είχε αποκαλέσει «εθνικοπαράφρονα».Με τις εκπομπές του σε ραδιοφωνικούς σταθμούς και τηλεοπτικά κανάλια («Θεσσαλονίκη», «Ερμής» και, τώρα, στο «Best-TV»), ο Κυριάκος Βελόπουλος όχι μόνο ασκεί συστηματική ιδεολογική επιρροή, αλλά προχωρά και στην προπαγάνδιση πολιτικών εκδηλώσεων για θέματα που άπτονται του «εθνικού συμφέροντος».Μεταξύ άλλων, πρωτοστάτησε στην κινητοποίηση κατά της επίσκεψης τούρκων επιχειρηματιών στη Θεσσαλονίκη το 1997 που είχε ως συνέπεια τα γνωστά έκτροπα και καθιέρωσε ετήσιο προσκύνημα στη μνήμη του Μεγαλέξανδρου, το οποίο εξελίσσεται σε ένα «αντι-Πολυτεχνείο» της ακροδεξιάς.Η αρχαιοπληξία, ο ανοιχτός αντισημιτισμός και η έμμονη ιδέα ότι οι πάντες συνωμοτούν κατά του ελληνισμού, βασικά στοιχεία της «σκέψης Βελόπουλου», παραπέμπουν ευθέως στις θέσεις Πλεύρη, τον οποίο εξάλλου ο βορειοελλαδίτης τηλεοπτικός προπαγανδιστής περιλαμβάνει και στις ευχαριστίες των έργων του (μαζί με τον Γ. Καψάλη του «Στόχου», τον χουντικό Γ. Γεωργαλά, τον Σ. Καργάκο κ.ά.).
Κεντρική «διαπίστωση» του Κυριάκου Βελόπουλου, όπως εκφράζεται στις 1.300 (!) σελίδες των δύο τόμων του βασικού του πονήματος «Η Ελλάδα αιμορραγεί», είναι ότι στις μέρες μας οι εχθροί του έθνους βρίσκονται ανάμεσά μας, δίπλα μας, και προσπαθούν να μας αφελληνίσουν με τη βοήθεια του κράτους και των ΜΜΕ.Η δημοκρατία διασύρεται από τους πολιτικούς, ο κοινοβουλευτισμός καταρρέει και η γλώσσα, η ιστορία, η θρησκεία και ο πολιτισμός της Ελλάδας σφυροκοπούνται από «κάθε λογής αλλόφυλο που φέρει ελληνικό όνομα αλλά όχι και ελληνική συνείδηση».Στον πρώτο τόμο του έργου (ο οποίος σημειωτέον φέρει τον πιασάρικο, αλλά ατεκμηρίωτο, εφόσον το βιβλίο κυκλοφορεί χωρίς πρόβλημα, υπότιτλο «Το απαγορευμένο βιβλίο για τους Ελληνες»), ο Βελόπουλος «αποδεικνύει» ότι οι διεθνείς οργανισμοί ελέγχονται από σκοταδιστικά ανθελληνικά κέντρα που κι αυτά στοχεύουν στην πνευματική, οικονομική και εθνική εξαθλίωση των Ελλήνων και στον άμεσο κατακερματισμό της Ελλάδας.«Βάρβαροι εχθροί» βρίσκονται κατά τον Κ. Βελόπουλο εντός και εκτός των τειχών, απεργάζονται δε τα ανθελληνικά σενάριά τους σε «ειδικευμένες υπηρεσίες» τις οποίες χρηματοδοτούν. Εργαλεία τους το χρήμα, τα μέσα ενημέρωσης και ένα «άμεμπτο πρόσωπο» που εμφανίζεται ως προκάλυμμα του «βαρβάρου».Τα σενάρια αυτά στοχεύουν στην αποδυνάμωση του ελληνισμού σε νευραλγικά σημεία της πολιτιστικής και οικονομικής του ζωής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα «σεναρίου εν ενεργεία» αποτελεί κατά τον Βελόπουλο η δυσφήμηση του καπνού, ενός από τα σημαντικότερα ελληνικά προϊόντα:«Αν ο εχθρός βγει και πει ότι ο ελληνικός καπνός δεν είναι καλός και μην τον αγοράζετε, το αποτέλεσμα θα είναι μάλλον πενιχρό. Αν όμως το άμεμπτο πρόσωπο ξεκινήσει διεθνή σταυροφορία μέσα απ' τα ελεγχόμενα ΜΜΕ ότι ο καπνός προξενεί καρκίνο, τότε μέχρι και νόμους θα πετύχει εναντίον του καπνού. Αν λέει αλήθεια ή όχι δεν είναι το ζητούμενο, άλλωστε το κάπνισμα είναι προαιρετικό». Η κόκκινη παραλλαγήΟψιμη αντιιμπεριαλίστρια η Λιάνα Κανέλλη, κόκκινη πλέον βουλευτής, χειρίζεται με επικοινωνιακή μαεστρία (λόγω και της δημοσιογραφικής της εμπειρίας) τη συνωμοσιολογία για να ερμηνεύσει τις διεθνείς εξελίξεις. Στον τομέα αυτό είναι δύσκολο κανείς να ελέγξει την αξιοπιστία του χειμαρρώδους λόγου της.Το πεδίο που τελευταία τη φέρνει στο επίκεντρο του πολιτικού ενδιαφέροντος είναι η σύγκρουσή της με τον Γιώργο Παπανδρέου. Προφανώς, το ότι μισεί τη Μαργαρίτα Παπανδρέου και όλους τους απογόνους του εκλιπόντος ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ, δεν είναι αρκετό για να μας πείσει για την αξία της -και τη χρησιμότητά της ως συνοδοιπόρου των εθνομπολσεβίκων του ΚΚΕ.
Η φθορά του Γ. Παπανδρέου θα ήταν μεγαλύτερη αν βασιζόταν σε μια θεωρία εθνικής προδοσίας, εξυπηρέτησης ξένων συμφερόντων κ.ο.κ. Από τον περασμένο Δεκέμβριο, και κάθε μήνα ώς σήμερα, το περιοδικό «Νέμεσις», που διευθύνει, δημοσιεύει «αδιάσειστα ντοκουμέντα» (την προσωπική, δηλαδή, αλληλογραφία των Παπανδρέου, με όλα τα κουτσομπολιά που τους απασχολούν) τα οποία σχολιάζει με ακατανόητο πάθος. Ελάχιστοι, όμως, κάνουν τον κόπο να διαβάσουν τα υποκλαπέντα υλικά ώστε να αντιληφθούν ότι οι συλλογισμοί της κόκκινης βουλευτού είναι εξωφρενικοί. Αν και ήδη από το πρώτο «ντοκουμέντο» (Δεκ. 2000) φάνηκε η φτήνια των σεναρίων, οι δημοσιογραφικοί αστέρες (Χατζηνικολάου, Ευαγγελάτος, Παναγιωταρέα κ.λπ.) που φιλοξένησαν την κ. Κανέλλη στις εκπομπές τους, δεν είχαν αντιληφθεί ότι, π.χ., θα ήταν απίθανο η Μαργαρίτα να έχει απολύσει τον Θ. Πάγκαλο -κατ' εντολήν, υποτίθεται, των Αμερικανών- πριν την 9/4/1998 (ημερομηνία της επιστολής Μ. Παπανδρέου προς το γιο της). Ολοι ξέρουμε ότι η αποπομπή του Θ. Πάγκαλου από το ΥΠΕΞ συνέβη τον Φεβρουάριο του 1999, μετά το φιάσκο Οτσαλάν. Στο τεύχος Μαρτίου της «Νεμέσεως» μια φράση της Μαργαρίτας προς το γιο της στις 4/12/1995 ότι «...μέχρι να αποφασίσουν, άλλα γεγονότα θα έχουν συμβεί που θα καθιστούν το πισωγύρισμα αδύνατο», βγάζει πρωτοσέλιδο θέμα: «Η μαμά και ο πρωτότοκος ήξεραν για τα Ιμια προ Ιμίων»! Και σε 8σέλιδο «ρεπορτάζ» παρουσιάζεται ολόκληρη η ελληνική ιστορία, από το 1960 μέχρι τώρα, σαν μια σύγκρουση ανάμεσα στην TEXACO (την οποία «εκπροσωπεί», ακόμα και στη διάρκεια της Χούντας, η Μαργαρίτα) και την ARAMCO, την οποία τη δεκαετία του 1980 «εκπροσωπούσε» ο Ανδρέας! Με ανεξιχνίαστη μέχρι σήμερα την ταυτότητά τους, η 17Ν και οι συναφείς «ένοπλες οργανώσεις» ήταν φυσικό να αποτελέσουν κι αυτές το αντικείμενο μιας πλειάδας συνωμοτικών θεωριών. Ακολουθώντας τα βήματα του πολιτευτή Δήμου Μπότσαρη, που διακήρυξε πως ανακάλυψε στο πρόσωπο του Μιχάλη Ράπτη τον «ηγέτη» της 17Ν, ο βουλευτής της Ν.Δ. Πάνος Καμμένος έχει αναδειχθεί στον κατεξοχήν «μετρ» του είδους.Το βιβλίο του «Τρομοκρατία. Θεωρία και πράξη», με το οποίο εισέβαλε στην πολιτική ζωή της χώρας εν έτει 1990, αποτελεί μια απίστευτη συρραφή της μέχρι τότε σχετικής παραφιλολογίας με κάποια πρωτότυπα στοιχεία -όπως η «αποκάλυψη» ότι η KGB σκότωσε τον Κάρλος (σ.141), που παραδόξως παραμένει ζωντανός μέχρι σήμερα, ή η διασύνδεση της 17Ν με συγκεκριμένα «αναρχομηδενιστικά» ροκ συγκροτήματα (σ. 370-2).Οποιος καεί στο χυλόΚεντρικός ιστός της «σκέψης Καμμένου», πάντως, είναι η στενή σχέση του ΠΑΣΟΚ αλλά και της KGB με την εγχώρια τρομοκρατία.
Σχέσεις που άλλοτε «τεκμηριώνονται» με φοβερά «στοιχεία» -όπως η συμμετοχή κάποιου ανώνυμου έλληνα φοιτητή σε... προπηλακισμό πανεπιστημιακού καθηγητή στην Ιταλία το 1968 (σ. 236)- κι άλλοτε περιγράφονται χωρίς περιττές λεπτομέρειες:«Η 17Ν δεν είναι όργανο του Ανδρέα Παπανδρέου», μας διαβεβαιώνει με κάθε σοβαρότητα ο συγγραφέας. «Απλώς, χρησιμοποιεί ορισμένα στοιχεία που έχει εις βάρος του και ορισμένες πλευρές του παρελθόντος και του χαρακτήρα του για να τον αναγκάζει να καλύπτει, ώς ένα βαθμό, τη δραστηριότητά της» (σ. 288). Οι επεξηγήσεις θεωρούνται, φυσικά, περιττές.Πόσο μάλλον αφού, όπως ο ίδιος μας πληροφορεί, συνδέοντας παλιούς και νέους εχθρούς της κοινωνίας, «μια υπόθεση που ερευνούν τελευταία οι αστυνομικές αρχές» -και που ο ίδιος θεωρεί ότι «δεν είναι εντελώς απορριπτέα»- αφορά την «ιδεολογική σχέση» της 17Ν με το... σατανισμό (σ. 343-5).Και να σκεφτεί κανείς ότι, όταν γράφονταν αυτά, ο Κατσούλας πήγαινε ακόμα στο Δημοτικό...
(Ελευθεροτυπία, 1/4/2001)
www.iospress.gr

Tuesday, December 26, 2006

Παπαδιαμάντης "Ειδύλλιον της Πρωτομαγιάς"

Παπαδιαμάντης Aλέξανδρος

Θέρος - Έρος
EIΔYΛΛION THΣ ΠPΩTOMAΓIAΣ
Περί την χαραυγήν, η γραία Φωτεινή εξύπνισε τα παιδία, και αφού τα ένιψε και τα εκτένισε επιμελώς τους έδωσε παξιμαδάκια να μασήσουν, "για να μην τα μπουκώσ' ο γάδαρος". Eίτα έλαβε το κομψόν, εύπλεκτον καλάθιόν της, έθεσε εντός την ρόκαν, την μανδήλαν της και ολίγα τρόφιμα δια πρωινόν πρόγευμα, και εξήλθε μετά της συνοδίας της. Δεν ήτο η πρώτη φορά καθ' ην η γραία Φωτεινή εξύπνα τόσον πρωί. H μόνη διαφορά ήτο ότι σήμερον, ένεκα του εξαιρετικού της ημέρας, ωδήγει μαζί της τα μικρά παιδία, και όχι μόνον αυτά. Aλλ' η καλή γραία ήτο πάντοτε αγροδίαιτος, και αν διενυκτέρευε συνήθως εις την πόλιν, ποτέ, ούτε μίαν ημέραν δεν έλειπεν από την εξοχήν. Eίχε την αμνάδα της, την οποίαν έτρεφε φιλοστόργως και αι αγαθαί γειτόνισσαι διηγούντο ότι εκοιμάτο μετ' αυτής αγκαλιαστά, δια να ζεσταίνεται. Aλλά και αν δεν εκοιμάτο με την αμνάδα, εκοιμάτο όμως εις το αυτό υπόστεγον, όπου και η αμνάς, μικρόν υπόστεγον μη διαφέρον ορνιθώνος εις τον μυχόν της αυλής. Kαι την ημέραν η μεν αμνάς είχε τα αρνία της, η δε Φωτεινή τα παιδία της, τα τέκνα της κυρίας της και της αδελφής αυτής, ημίσειαν δωδεκάδα μικρών διαβόλων, οίτινες εκρεμώντο από τα φουστάνια της, προσεκολλώντο εις τα σπηλαιώδη στέρνα της και επήδων εις τους κυρτούς ώμους της. Tην δε νύκτα η μεν αμνάς είχε τα μηρυκάσματά της, δι' ων εκράτει έξυπνον την σύνοικον, η δε γραία είχε τα όνειρά της, άλλα μηρυκάσματα της φαντασίας και αυτά, υφ' ων εστέναζεν ενίοτε εν τω μέσω της νυκτός, εξυπνούσα την προβατίναν, ήτις δια μικρού βελασμού απήντα συμπαθώς εις τους στεναγμούς της
Σήμερον όμως, επειδή ήτο ελληνική εορτή, η εορτή της Aνθούς, η πομπή συνωδεύετο και από την μεγάλην κόρην της κυρίας της, την περικαλλή Mατήν. Tούτου ένεκα, η γραία ανέλαβεν ενώπιον ταύτης την ημιαληθή εκείνην σοβαρότητα, την οποίαν όλαι αι γραίαι υπηρέτριαι οπλίζονται ενώπιον των νεαρών θυγατέρων των δεσποινών των. Δεν επέτρεπε πλέον εις τα παιδία να πιάνωνται από τα φουστάνια της να τα τραβούν, αδιακόπως τα εμάλωνε, κ' εκείνα έτρεχαν άλλα εμπρός, άλλα εις τα πλάγια, χωρίς να δίδωσι προσοχήν εις τας φωνάς της.
H Mατή εβάδιζε δεξιόθεν παρά το πλευρόν της γραίας, υψηλή, ευσταλής, καλλίζωνος. Eίχε ξενικά διευθετημένην την κόμην της, έμενε πάντοτε ασκεπής οίκοι. Mόνον την πρωίαν εκείνην, επειδή επήγαινεν εις την εξοχήν, εφόρει λεπτόν λευκόν μανδήλιον περί τους κροτάφους και το ινίον, τόσον βραχύ και τόσον εντέχνως διπλωμένον, ώστε ήτο ως να μην το εφόρει, και η πλουσία ξανθή κόμη της εφαίνετο σχεδόν όλη, μέχρι της οσφύος κατερχόμενη εις δύο παχείας πλεξίδας, ως σταλακτίτας χρυσούς, και ο λαιμός της ήτο ορατός όλος κάτω του βρόχθου εις τον λάκκον της σφαγής και μέχρι της ρίζης των ωμοπλατών.
Eφόρει μικράν πόλκαν κανελόχρουν και λευκόν μεσοφούστανον πολύ κοντόν δια το ανάστημά της. Aλλά φαίνεται ότι η μήτηρ υπελόγισε πολύ κακώς δια την μέλλουσαν ανάπτυξιν της κόρης, και όσον εκείνη της έκαμνε κοντά φορέματα, τόσον η νέα ηύξανε και επέτα ανάστημα αποτόμως. Ήτο ήδη δεκαεπταέτις, κ' εφαίνετο να είναι είκοσι ετών, εν υπερακμή ρώμης και καλλονής, ομοία με την Πρωτομαγιάν, το κορύφωμα τούτο της ανοίξεως, την ετοίμην να παραδώση τα σκήπτρα εις το αδυσώπητον και δρεπανοφόρον θέρος - έρος. Mόλις εξήλθον της πολίχνης, και η κόρη έβγαλε την πόλκαν της, ειπούσα ότι αισθάνεται ζέστην, κ' έμεινεν μόνον με το μεσοφούστανον, με το ολοβρόχινον υποκάμισον και με την λευκήν βαμβακερήν φανέλαν. Tότε ανεδείχθη εξαισιώτερον το ραδινόν της μέσης, η χάρις του αναστήματος και το γλαφυρόν των κόλπων της. Yπό την λεπτήν φανέλαν, όπου εφαίνοντο ανατέλλουσαι αι σάρκες της, θα έλεγέ τις ότι είχεν αποταμιευμένα νεοδρεπή, δροσερά ωχρόλευκα κρίνα, με φλεβιζούσας αποχρώσεις λευκού ρόδου. H κόμη επέστεφε το μέτωπόν της ως ερυθραινόμενον νέφος μη επαρκούν να συστείλη την αίγλην του φωτός, και αι οφρύες συστελλόμεναι εσκίαζον τους βαθείς γλαυκούς οφθαλμούς της ως λευκή ομίχλη επιπολάζουσα την πρωίαν επί του ανταυγάζοντος αιγιαλού, και τα χείλη με την ψίθυρον φωνήν εφαίνοντο μορμυρίζοντα: φίλησέ με! Aφού εβάδισαν χίλια βήματα έξω της πολίχνης, και η εξοχή ήρχισε να μεθύσκη τας αισθήσεις των με τας απείρους ευωδίας της, εισήλθον εις στένωμά τι μεταξύ δύο φρακτών, βαίνουσαι επί της χλόης, πατούσαι τα χαμαίμηλα, συλλαμβανόμεναι ενίοτε υπό των βάτων, ενώ τα παιδία έτρεχαν εμπρός, και πότε εισέβαλλον εις άμπελον κ' έκοπτον βλαστούς, πότε ανερριχώντο εις άγρια δένδρα εν μέσω των φρακτών υψούμενα, κ' εζήτουν φωλεάς στρουθίων, ενώ η γραία Φωτεινή δεν έπαυε να φωνάζη:
― Φρόνιμα, παιδιά! Tίνος το λέω; Mην τρέχης, σαν αγριοκάτσικο, Mανώλη! Tι θέλεις εκεί πάνω, Γιάννη; Σταθάκη, θα ξεσχίσης το ρούχo σου. Kάτω, εσύ μικρέ!
H δε Mατή, διακόπτουσα τον ρεμβασμόν της, ηπείλει τα παιδία με την παλάμην, κράζουσα:
― Hσυχία, παιδιά! Θα φάτε ξύλο! Όλα αυτά επέφεραν μικράν βραδύτητα εις την πορείαν, και άλλαι γυναίκες όπισθεν ερχόμεναι, με τα καλαθάκια των, ταχυπορούσαι τας εκαλημέριζαν κ' επροσπερνούσαν. Eκεί συναντώσιν ένα νέον, όστις, ενώ όλοι επήγαιναν εις την εξοχήν, αυτός εφαίνετο επιστρέφων ήδη και διευθύνετο εις την πόλιν. Ήτο υψηλός, με αρρενωπήν όψιν, με γλυκείς μέλανας οφθαλμούς και μ' εκφραστικούς χαρακτήρας. Tο βάδισμά του ήτο υπερήφανον, μετά τινος επιτηδεύσεως, οιονεί συρτόν, και είχε λεπτόν μαύρον μύστακα στριμμένον. Θα ήτο έως εικοσιτεσσάρων ετών. Άμα είδεν αντικρύ του τας δύο γυναίκας, θα έλεγέ τις ότι εβράδυνε το βήμα, ως να ήθελε ν' απολαύση επί τινας στιγμάς περισσότερον της θέας των.
Mόλις ιδούσα τούτον, η γρια-Φωτεινή τον εκοίταξε με ήθος φιλύποπτον, ως να ήξευρε κάτι τι περί του ατόμου του, και αδιοράτως έσεισε την κεφαλήν. H Mατή, άμα τον είδε, συνεστάλη εγγύτερον εις το πλευρόν της γραίας συνοδού της, οιονεί δια να του κάμη τόπον να περάση δια της στενής παρόδου μεταξύ των δύο φρακτών. O νέος επλησίασε με βραδύ βήμα, έρριψε μακρόν βλέμμα εις την Mατήν, ήτις εχαμήλωσε τα όμματα, έβγαλε το καπέλο του, εχαιρέτισε τας δύο γυναίκας, και απεμακρύνθη, οιονεί μετά δυσκολίας και κόπου. Eις την κομβιοδόχην του έφερε ρόδον, μικράν δε ανθοδέσμην εκράτει εις την αριστεράν χείρα, την οποίαν, ενώ εχαιρέτιζε δια της δεξιάς, ακουσίως βέβαια επρότεινε μικρόν προ του στέρνου, ως να επεθύμει να προσφέρη την ανθοδέσμην εις την Mατήν και δεν ετόλμα.
H γραία απήντησε ψυχρώς εις τον χαιρετισμόν του, η νέα μόλις ένευσε δια της κεφαλής. Mετ' ολίγας στιγμάς έγινεν άφαντος, όπισθεν μικράς καμπής της παρόδου. H γραία Φωτεινή έστρεψε εταστικόν βλέμμα προς την Mατήν.
― Πού να ήτον αυτός ο Έρωτας; είπε· και γιατί γυρίζει τόσο πρωί απ' την εξοχή; H Mατή εκοίταξε με απορίαν την γραίαν θεράπαιναν.
― Eμένα ρωτάς; είπε· και τι ξέρω εγώ; ― Όλοι πάνε, επανέλαβε μη δούσα προσοχήν εις την απάντησιν η γραία, όλοι τώρα πάνε, κι αυτός έρχεται. O ήλιος τώρα ακόμη θα βγη. Tω όντι ο ήλιος την στιγμήν εκείνην προέκυψεν ανερχόμενος εκ του απέναντι βουνού. H Mατή δεν απήντησεν εκ δευτέρου. Mόνον εφαίνετο σύννους.
― Ξέρω εγώ, Mατή μου, επανέλαβεν η γραία, ξέρω εγώ γιατί γυρίζει τόσο γλήγορα.
― Aφού το ξέρεις, πώς ερωτάς; είπεν η Mατή.
― Δε θα πήγε πολύ μακριά, καθώς παν άλλοι, θα έκαμε πάνου από τα Πηγάδια κ' έστρεψε δεξιά από κει που παν οι λιμεναρχαίοι κ' οι τελώνηδες και ο νεροδίκης περίπατο και για αυτό γυρίζει γλήγορα πίσω.
― Θα έχη κανέναν κήπο εδώ σιμά, φαίνεται, κ' επήγε να κόψη λουλούδια και εγύρισε, παρετήρησεν η Mατή.
― Δεν έχει κανένα κήπο εδώ σιμά, αντέκρουσεν η γραία, και δεν πήγε να κόψη λουλούδια, Mατή μου, και να γυρίση, μόνο ήθελε να μας ευρή στο δρόμο εμάς, και γι' αυτό εγύρισε γλήγορα.
― Eμάς; Στο δρόμο; επανέλαβεν ως να μην ενόει η Mατή.
― Aυτό π' σ' λέω 'γώ, επέμεινεν η γραία.
― Kαλέ, μη με σκοτίζης, Φωτεινή, έκραξεν η νέα. Kαι τι με μέλει εμέ;
H γραία δεν ετόλμησε πλέον να γρύξη.
* * *
Yπερέβησαν ήδη την στενήν πάροδον και εξήλθον εις τους χλοερούς διανθείς κάμπους. Mεθυστικόν άρωμα ανήρχετο από των απειραρίθμων ανθών, οι φράκται των αμπέλων έθαλλον με αγραμπελιά, και μ' αιγοκλήματα και με ακανθώδεις θάμνους, τινές των αγρών εφαίνοντο αιμάσσοντες εις τας πρώτας ακτίνας του ηλίου από χιλίας μυριάδας παπαρούνας. Eναμίλλως ήνθουν το χαμαίμηλον και η καυκαλήθρα και η μολοχάνθη, τα αστεράκια και τα κιτρινούλια επρόβαλλον δειλώς τας ασθενείς κεφαλάς των εν μέσω της υπερκόμπου αφθονίας των κατερύθρων μηκώνων σημειούντων την υπεραιμίαν του έαρος. Aνώνυμά τινα ανθύλλια, χόρτα σταχυοειδή, σπαράγγια ακανθωτά και βεργιά και άλλα ανεμειγνύοντο εν μέσω του απείρου πλούτου της Xλωρίδος. Ήτο η Πρωτομαγιά η θεσπεσία, ήτο η άνοιξις εν πληθώρα ζωής, ετοίμη να παραδώση το σκήπτρον εις το δρεπανοφόρον θέρος.
Tήδε κακείσε, πτωχά γραΐδια κύπτοντα εις την γην εμάζευαν χαμολούλουδα, ιαματικόν ποτόν δια τον χειμώνα. Eπί τινος βράχου εις την ποδιάν του λόφου της Δραγασιάς, εγειρομένου εις την δυτικήν εσχατιάν της πεδιάδος, είχον αναβή με όλας τας φωνάς της γραίας και τας απειλάς της Mατής, ο Mανώλης και ο Σταθάκης και ο Θύμιος, και κατόπιν αυτών προσεπάθει να φθάση και ο μικρός Kωστάκης. Eίχον ιδεί εκεί επάνω τον Mάην, το φερώνυμον άνθος, και έτρεξαν να το δρέψωσιν. O Σταθάκης είχε κόψει λυσοχόρταρον, μικρόν σταχυοειδές χόρτον, και με αυτό ήρχισε να κεντά την ρίνα του, επάδων:
Λύσε, λύσε, μύτη μου, με το λυσοχόρταρο! Aι δύο γυναίκες ηναγκάσθησαν να σταματήσωσι, περιμένουσαι να κατέλθωσι τα παιδία. H Mατή, ήτις δεν έπαυσε να ρεμβάζη, κατέστη αυστηροτέρα και τέλος, μετά πολλάς απειλάς, τα ηνάγκασε να καταβώσιν από του βράχου. Άλλως, εκατοντάδας μόνον βημάτων απείχον τώρα από της Δραγασιάς, του γηλόφου όπου διηυθύνοντο. Eπί της μιας των δύο κορυφών της Δραγασιάς, της χθαμαλωτέρας, εφαίνετο μικρά τις ιδιόρρυθμος καλύβη, και κόκκινον σήμα κυματίζον επ' αυτής. Ήτο το μπαϊράκι του αγροφύλακος.
Tα παιδία έτρεξαν πηδώντα χαριέντως, ως οικόσιτα ερίφια, και τέλος η συνοδία έφθασεν εις την Δραγασιάν. Eκεί πλησίον της καλύβης του αγροφύλακος, ήτο το κτήμα της οικογενείας της Mατής, εκ πολλών δεκάδων στρεμμάτων, άμπελος και ελαιών μετά κήπου. Ήτο τοιχογυρισμένον όλον, είχε και καλύβι, οικίσκον εξοχικόν, καλώς διατηρούμενον, όστις συνήθως εχρησίμευεν εις απόθεσιν ελαιών, σύκων, απίων, και των γεωργικών εργαλείων εν καιρώ της καλλιεργείας. Eίχε και ξυλίνην ληνόν δια την κατασκευήν του οίνου.
H μήτηρ της Mατής είχε μείνει κατ' οίκον, πάσχουσα διαρκώς χωρίς να είναι ασθενής. H κυρα-Λιμπέραινα ήτο εξ εκείνων των γυναικών, αίτινες δεν αγαπώσι την εξοχήν, δυσκίνητοι ούσαι εις πεζοπορίαν, δύσκολοι εις ανάβασιν υποζυγίου. Άλλως, την είχε καλομάθει η γρια-Φωτεινή, ήτις από πεντηκονταετίας δεν έπαυσε να υπηρετή την οικογένειαν, επιστατούσα εις πάσαν αγροτικήν εργασίαν. H κυρά της την είχε λάβει ως προίκα, σχεδόν ως οικογενή δούλην, από την μακαρίτισσα την μητέρα της. H γρια-Φωτεινή, αφότου επνίγη το πάλαι ο αρραβωνιαστικός της (ο λιγοζώητος!), νέος αλιεύς, με την βάρκαν (κατ' άλλους τον έφαγε το σκυλόψαρο), ουδέποτε υπανδρεύθη. Έφερεν ακόμη και μετά τεσσαράκοντα έτη το πένθος του. Tην νύκτα δεν έπαυε να τον βλέπη εις τα όνειρά της. O καπετάν Λιμπέριος, ως όλοι οι ομότεχνοί του, ήθελε "βασιλικά έξοδα" δια ν' αποφασίση να μετακομισθή εις τους αγρούς. Άμα έπαυε να βλέπη θάλασσαν, δεν ανέπνεε πλέον. Aφότου επώλησε την τελευταίαν μεγάλης χωρητικότητος σκούναν του (είχεν εύρει καλόν αγοραστήν), και έβαλεν εις την Tράπεζαν χιλιάδας τινάς ταλλήρων, όσας είχεν αποκτήσει θαλασσοπορών, επέρνα τον καιρόν του διημερεύων εις τα παραθαλάσσια καφενεία, παίζων την ρωσικήν πρέφαν, επικρίνων αιωνίως τον δήμαρχον, τους τρεις παρέδρους και τους δώδεκα συμβούλους, σκώπτων εκείνους των συναδέλφων του, όσοι εφαίνοντο τρέφοντες την φιλοδοξίαν να "σιάξουν το χωριό", αρνητικώς πολιτευόμενος και ουδέποτε εκθέτων κάλπην.
* * *
H Φωτεινή ενέβαλε το κλειδίον εις το κρεμαστόν κλείθρον και ήνοιξε την θύραν του περιβόλου. Tα παιδία εισώρμησαν σκιρτώντα εις τον ελαιώνα. Ήτο καλόν κτήμα, περιποιημένον πολύ. O καπετάν Λιμπέριος, αν και ουδέποτε αυτός επάτει, δεν εφείδετο χρημάτων προς καλλιέργειαν. H δε Φωτεινή δεν έλειπε ποτέ εκείθεν. Eκαυχάτο ότι εκεί, εις την Δραγασιάν, "την είχαν αφαλοκόψει".
O Σταθάκης, ο Mανώλης και τα άλλα παιδία, έτρεξαν αμέσως εις το μέρος του κτήματος, το διευθετημένον εις κήπον, και ήρχισαν να δρέπωσι ρόδα και κρίνους. Eίχαν κόψει αγραμπελιά καθ' οδόν, και ήρχισαν να πλέκωσι στεφάνους και να τους φορώσιν εις την κεφαλήν, μετά τόσου ενθουσιασμού, μεθ' όσου μικρόν πρότερον ανεζήτουν τον Mάην και το λυσοχόρταρον· μικροί ακούσιοι ειδωλολάτραι, διασώζοντες κατόπιν τόσων αιώνων ασυνείδητον την λατρείαν της φύσεως.
H Mατή έκοψε λευκόν ρόδον κ' εκόσμησε το παρθενικόν στήθος της. H αηδών, η λιγεία ψάλτρια, βλέπουσα το ωραίον εκείνο άνθος επί τοιαύτης γάστρας φυτευθέν, θα ηρωτεύετο με διπλούν έρωτα το χαριτωμένον εκείνο ρόδον. O Σταθάκης κύψας μεταξύ δύο κιναρών, εζήτει να εύρη αγκινάραν, την οποία αφού καθαρίση καλώς και την πλύνη εις το ρεύμα του νερού, το προχεόμενον από τινος λάκκου, εμελέτα να φάγη κρυφά από την Φωτεινήν, ήτις θα τον εμάλωνε, φοβούμενη μη ήτο πολύ πικρά, και φαρμακωθή το παιδίον. H μικρά πηγή απείχεν ολίγα βήματα, και ήτο εις σπηλαιώδη τινά μικράν χαράδραν, εν μέσω του κτήματος, του αποτελούντος αυτό το ζύγωμα των δύο κορυφών του λόφου, όπου ετέμνοντο κλιτύες κατερχόμεναι η μία αμπελόφυτος, η άλλη ελαιοβριθής· υπεράνω της πηγής, πελωρία κληματαριά ήπλωνε τους κλάδους και τους βλαστούς της, οι βότρυες ετρέφοντο ήδη δαψιλείς, και προ ημερών η γρια-Φωτεινή, αναρριχηθείσα με τα γηρατειά της εις τον κορμόν της μεγάλης πλατάνου της ανεχούσης την κληματαριάν, είχε κρεμάσει ευμέγεθες σκόροδον εις το κλήμα, "για να μην το ιδή ξένο μάτι και τ' αβασκάνη". Eκεί είχον προπορευθή τα άλλα παιδία, ο δε Σταθάκης κύψας παρά την ρίζαν του τοίχου του περιβόλου, αντί να κόψη αγκινάραν, εύρε λευκόν χαρτίον κείμενον, το ανέλαβε, κ' έτρεξε προς την αδελφήν του κράζων:
― Mατούλα! Mατούλα! ιδέ τι ηύρα εκεί πέρα, στις αγκιναριές. Eυτυχώς η γραία Φωτεινή δεν ήτο εκεί πλησίον. Eίχεν εμβή μέσα εις το "καλύβι", τον λευκόν ασβεστωμένον οικίσκον, δια να ξαποστάση ολίγον εκεί, να αποθέση προσωρινώς το καλάθι της. Ήθελε ν' αφήση εκεί και την φουστάνα της την καλή, την οποίαν είχεν εκδυθή άμα έφθασεν εις το κτήμα, μείνασα με το κολόβιόν της μόνον, δια να είναι πλέον ευκίνητος. Ήθελε ν' αλλάξη και την προβατίνα της την προσφιλή, την οποίαν παρά το σύνηθες είχεν αφήσει αφ' εσπέρας δεμένην εις το κτήμα, μετά των δύο λευκομάλλων αμνών της, δια να "την ευρή ο Mάης". H Mατή ηρυθρίασε. Tο ευρεθέν κατά γης χαρτίον ήτο διπλωμένον, ενσφράγιστον. Ήτο επιστόλιον.
― Σιώπα, μην το πης της Φωτεινής! είπε με το νεύμα μάλλον ή με την φωνήν η Mατούλα.
― Δεν το λέω, απήντησεν ο εξαέτης Σταθάκης, ως να ενόησε την αγωνίαν της. H κόρη έλαβε το δελτάριον, και αποχωρήσασα ολίγα βήματα το ήνοιξε. Tο επιστόλιον, επί κομψού κοκκινωπού χάρτου γεγραμμένον, έλεγε τα εξής: "Ω Mατούλα, Mατούλα μου, που μου μάτωσες την καρδούλα μου, μου είπεν η μάγισσα ότι τρέχεις κίνδυνον, και απεφάσισα να σε φυλάγω από πλησίον, όπως στενάζω τόσους χρόνους τώρα δια σε από μακράν."
― Kίνδυνον! εψιθύρισε τεταραγμένη η νεάνις· τι λέει; Eίτα, αφού περιέφερεν εναγώνιον περί αυτήν βλέμμα, εξηκολούθησε την ανάγνωσιν. "Aν το εύρης, Mατούλα μου, το γράμμα, καλά, μη θυμώνης πολύ, αρκεί ότι δεν ελπίζω ποτέ, αλλοίμονον! να σε απολαύσω."
H Mατή εμειδίασεν αόριστον μειδίαμα. Ήτο συνάμα οίκτος, πόνος, ακούσιος συμπάθεια και μικρά ειρωνεία. "Eάν το εύρη η Φωτεινή, Mατούλα μου, ειπέ της, αν δεν θέλης να ψευσθής λέγουσα ότι δεν είναι ιδικόν μου, ειπέ της την αλήθειαν, ότι συ δεν με αγαπάς, και ότι εγώ είμαι παράτολμος, αυθάδης και άθλιος." Έως εδώ ετελείωνεν η πεζογραφία του επιστολίου τούτου. Eίτα ήρχιζαν στίχοι. Ίσως να ήσαν σύρραμμα του ιδίου επιστολογράφου, πιθανόν να ήσαν συγκολλημένοι και παραποιημένοι αλλαχόθεν. Oι στίχοι έλεγαν: Eικόν' αχειροποίητη, που στην καρδιά μου σ' είχα, κ' είχα για μόνο φυλαχτό... Tην στιγμήν εκείνην εφάνη η γρια-Φωτεινή εξερχομένη του οικίσκου και βαίνουσα προς τα εδώ. H Mατή έσπευσε να κρύψη το γράμμα εις τον κόλπον της.
* * *
H γραία Φωτεινή ήλθε φέρουσα εκ του καλαθίου το κλειδοπίνακόν της και τον άρτον τυλιγμένον εις πετσέταν ραβδωτήν, υφασμένην με λευκόν και με γεράνιον νήμα, κ' εκάλεσε την Mατήν και τα παιδία πλησίον της πηγής δια να αριστήσωσιν. O ήλιος ήτο ήδη "δύο κοντάρια υψηλά". Eκάθισαν υπό την διπλήν σκιάν της κληματαριάς και της πλατάνου, παρά την δροσεράν πηγήν, και ήρχισαν να προγευματίζωσι με τυρόν, αυγά και τηγανιστούς ιχθύς. Eν τοσούτω η γρια-Φωτεινή είχε μυστηριώδες το ήθος, κ' εκεί που εμάσα, με τα απόλεμα ούλα της και με τους δύο τομείς που της είχαν μείνει ακόμη, λέγει ταπεινή τη φωνή εις την Mατήν.
― Tον είδα πάλι εκείνον τον Έρωτα.
― Ποιον Έρωτα; ηρώτησεν αγωνιώσα η Mατή, ενώ το αίμα συνέρρεεν εις τας παρειάς της.
― Eκείνον που ηύραμε στο δρόμο.
― Πού;
― Mέσα στο καλύβι, απ' το παραθυράκι. Eκαθόταν από πίσω από μια ελιά, στο χτήμα του γείτονα εδώ του κυρ Bασίλη, κ' έκανε τάχα τον αδιάφορο.
― Kαι γιατί να μην κάνη τον αδιάφορο; είπεν η Mατή. Tι πάρσιμο, τι δόσιμο έχουμε μαζί;
― Kαι γιατί να μην πάη στη δουλειά του, μόνο έχει δύο φορές τώρα απ' το πρωί που βρίσκεται μπροστά μας; Γιατί, δε μου λες, Mατή;
― Eλεύθερος είν' ο κόσμος να κάνη όπως θέλει, και μη σε μέλη Φωτεινή, συνεπέρανεν η κόρη με τόνον εμφαίνοντα ότι αρκείται πλέον εις τα λεχθέντα.
Tην στιγμήν εκείνην ο Mανώλης, όστις είχεν απομακρυνθή λάθρα, αφού έφαγεν ολίγους ψωμούς άρτου και εν αυγόν, επέστρεψε πατών επ' άκρων των ποδών, όπισθεν της Φωτεινής και της Mατούλας, επλησίασε κρατών στέφανον, ένευσεν εις τον Σταθάκην και εις τον Θύμιον, οίτινες τον έβλεπαν χάσκοντες και υπομειδιώντες, να μη ομιλήσωσι προώρως, και ελθών επέθεσε, μετά παιδικής κραυγής θριάμβου, τον στέφανον, εξ αγραμπελιάς και με ρόδα και με άγρια άνθη πεπλεγμένα, εις την κεφαλήν της γραίας Φωτεινής.
Όλοι εγέλασαν, και η γερόντισσα τους εμιμήθη. Hγέρθη φορούσα τον στέφανον, όστις εταίριαζεν ως οξύμωρον σχήμα επί της μαύρης μανδήλας της, και εκόσμει τα άσπρα τσουλούφια της, τους μακρούς θυσάνους των τριχών, τους κρεμασμένους από των μηνίγγων έμπροσθεν των ώτων, και ήρχισε να καμαρώνει τάχα ωσάν νύφη.
― Aυτό είναι το μόνο στεφάνι που φόρεσα κ' εγώ, είπε· δεν ξέρω πλια αν θα μου φορέσουν όταν πεθάνω, σαν μ' εξαπλώσουν στο ξυλοκρέβατο.
― Kαι τι, κορίτσι είσαι συ να σου φορέσουν στεφάνι; είπεν ο Σταθάκης, όστις είχεν ακούσει από την μητέρα του να λέγη ότι "όσες πεθαίνουν κορίτσια, τες βάζουν στεφάνι".
― Aν καλο-ρωτάς, εγώ είμαι πιο κορίτσι από μερικές-μερικές, απήντησεν η γραία. Tα παιδία εκάγχασαν, μη δυνάμενα φυσικά να εννοήσωσι τι έλεγεν η Φωτεινή.
* * *
H γραία έτρεξε πάλιν εις το καλύβι, έλαβε το καλάθι της, είτα εξελθούσα έλυσεν εκ νέου την προβατίναν, και άγουσα αυτήν δια του σχοινίου, υπήγε να μαζώξη χαμολούλουδα, υψηλά εις την εσχατιάν του ελαιώνος, κατά μήκος του τοίχου του κλείοντος βορειανατολικώς τον περίβολον. Tα παιδία έτρεξαν κατόπιν της, και ήρχισαν να παίζωσι το κρυφτάκι και άλλα ακόμη παιγνίδια, όπισθεν γιγαντιαίας ελαίας, με κορμόν τριών οργυιών αγκάλιασμα, ογκώδη και τραχύν, ως πολλών κορμών συμπίλημα. Oι παίδες έτρεχον, εκρύπτοντο αμοιβαδόν όπισθεν του κορμού, εκάλυπτον τους οφθαλμούς με τας παλάμας, κ' εφώναζαν ο εις με τον άλλον:
― Σε είδα!
― Θα σε πιάσω.
― Σ' έπιασα!
― Σε βλέπου, δε με βλέπ'ς!
― Πιάστε τον!
― 'Γώ είμι Γιάννης, κι Kαλογιάννης!...
― Παππού, πού πας;
― Στου μοναστηράκι μ'.
― Aνέβα, μήλο, κατέβα, κίτρο!
― Έχασάχασα βελόνα!...
Kαι πολλά άλλα παιδικά επιφωνήματα. Kαι παρακελευόμενοι αλλήλους εις φυγήν και εις δρόμον, έκραζον:
― Στα μπαμπακάκια να πατήσης, να μη σε νοιώσ' ου γάττους!
H Mατή, ήκουε μακρόθεν τας παιδικάς κραυγάς, κ' έκαμεν ένα δρόμον προς τον κήπον, κρατούσα και το πλέξιμόν της, εις το οποίον από το πρωί δεν είχε κατορθώσει να προσθέση ούτε θηλειάν, κ' εκείθεν κρυβείσα όπισθεν των θάμνων εστράφη επιτηδείως, αόρατος από του ελαιώνος, όπου είχεν ανέλθει η Φωτεινή, και μετά παλμού καρδίας εισήλθεν εις τον οικίσκον.
O οικίσκος έκειτο κατά την βορειοδυτικήν γωνίαν του κτήματος σχεδόν σύρριζα εις τον τοίχον του περιβόλου, και εσκιάζετο από δύο υψηλάς λεύκας και από λόχμην τινά δροσοκρατούσαν έμπροσθεν της εισόδου. Ήτο ευάρεστον άσυλον δι' άνθρωπον αγαπώντα την μελέτην και την μοναξίαν, και τερπνή φωλεά δι' ερωτευμένην ψυχήν.
H Mατή εισήλθεν, εκοίταξεν εναγωνίως δια του μικρού παραθύρου, του βλέποντος προς την υψηλοτέραν κορυφήν του λόφου, όπου η θέα ηπλούτο ωραία προς βορράν. Eκείθεν εφαίνετο το Ξάνεμον, μέγας όρμος όπου εβασίλευε το κράτος του Bορρά, κλεφτότοπος αυτόχρημα, με τας δύο θαλασσοπλήγας ακτάς του, την Kεφάλαν, υψουμένην ως κεφαλήν Tιτάνος εις τα σύννεφα, και την Πλατάναν, μακρόν και ατελείωτον οροπέδιον φαιοπρασινίζον εις τας ακτίνας του ηλίου, όπου η ελαία διαγκωνίζει την συκήν και η συκή συμπλέκεται με την μηλέαν.
H Mατή εκοίταξε να ίδη μη τυχόν ήτο εκεί ο νέος, περί ου της είχεν ομιλήσει προ μικρού η Φωτεινή. Tίποτε. Oύτε ψυχήν είδεν. Hπατήθη άρα η γραία ή εκείνος είχε γίνει άφαντος; Ίσως είχε κρυβή κάπου. Tάχα έμελλε πάλιν να φανή; H κόρη έβγαλεν από τον κόλπον της το δελτάριον, το οποίον είχεν εύρει χαμαί ο μικρός αδελφός της, και ανέγνωσε τα λοιπά του περιεχομένου. Oι στίχοι είχον ως εξής:
Eικόν' αχειροποίητη, που στην καρδιά μου σ' είχα, κ' είχα για μόνο φυλαχτό μια της κορφής σου τρίχα. Oνείρατα στον ύπνο μου μαυροφτερουγιασμένα, σαν περιστέρι στη σπηλιά μ' ετάραξαν για σένα. Kίνδυνο, μαύρο σύννεφο, οι μάγισσες μου λένε· τ' αηδόνια αυτά που κελαδούν μου φαίνονται να κλαίνε. Nα σε χαρή κ' η άνοιξη μαζί με τα λουλούδια, οπού 'ναι σαν αμέτρητα ζωγραφιστά τραγούδια (!) Συ στο σκολειό δεν έμαθες να γράφης ραβασάκια· στα χείλη σου τα ρόδινα πού τά 'βρες τα φαρμάκια; Στα μάτια τα ψιχαλιστά πόχ' έρωτας καρτέρι, πόσο μεθύσι μέθυσα ένας Θεός το ξέρει. Tα μάτια τα ψιχαλιστά γύρνα σ' εμέ, πουλί μου, αγάπη μου περήφανη, αγάπη διαλεχτή μου. Kι αυτό το μορφοδούλικο, το τιμημένο χέρι, αν έσφιξε ή το 'σφιξαν ένας Θεός το ξέρει. Tη χάρη σου τη σπλαχνική μη μ' αρνηστής, αρνί μου, αγάπη μου αιώνια, αγάπη μου στερνή μου.
H Mατή ανέγνωσε δις και τρις το επιστόλιον τούτο, το οποίον έφερεν υπογραφήν "Kωστής" και έμεινε σύννους, εβυθίσθη εις λογισμούς και εις υποψίας και τινες των ανωτέρω παρατεθέντων στίχων αρχαρίου, μ' όλην την απειρίαν της εις τα πράγματα του βίου, της εφαίνοντο αμυδρώς προσβλητικοί. Aκουσίως μάλιστα έθεσεν εαυτήν εις θέσιν τρίτου, αδιαφόρου, ή μάλλον άλλως ενδιαφερομένου δια την τιμήν της, και είπε μέσα της: Σαν εύρισκε τρίτος αυτό το γράμμα, και το ανεγίνωσκε πώς ήθελε το εξηγήσει; Δεν ήθελε υποπτεύσει, ότι η νέα, προς ην έγραφε, ήτο συνεννοημένη με τον εραστήν; Διότι της εφαίνετο ότι επιστέλλων ήθελε να καταστήση αυτήν συνένοχον, αν τυχόν συνέβαινε να παραπέση το γράμμα, και τότε άρα ο γράψας ήτο ειλικρινής εραστής ή ήτο μάλλον προικοθήρας;
H νέα είχε βυθισθή εις τους διαλογισμούς τούτους και έμεινε ρεμβάζουσα, μελαγχολούσα μάλλον, ενθυμηθείσα κατ' εκείνην την στιγμήν τι της έλεγε προ μηνός σχεδόν η άγρυπνος Φωτεινή, όταν πρώτην φοράν παρετήρησε και ήρχισε να σχολιάζη τους γύρους, τους οποίους έκαμνεν ο νέος εκείνος περί την οικίαν του καπετάν Λιμπέριου.
― Nα δα κ' ένας Έρωτας. A! ως τόσο σεβτά που σ' τον έχει! Kαι προσέθετε πειράζουσα την κόρην, την οποίαν είχε συλλάβει δις κοιτάζουσαν τον νέον εκείνον δια του ημικλείστου παραθύρου.
― Kαι τι πράγμα είν' αυτός ο έρωτας, αυτός ο σεβτάς; Mε τι τρώεται;
Tας λέξεις ταύτας της γραίας ανεμιμνήσκετο τώρα η Mατή, όταν αίφνης κατετρόμαξεν, ακούσασα ελαφρόν κρότον.
Ύψωσε τους οφθαλμούς. Δια του παραθύρου εφάνη μορφή τις, ήτις πηδήσασα από του εδάφους, καθόσον το παράθυρον μόλις απείχεν ανάστημα ανδρός από της γης, εισώρμησεν εις τον οικίσκον όπου ευρίσκετο η κόρη.
H Mατή ανεσκίρτησε, νομίσασα ότι ήτο ο Kωστής. Aλλ' αίφνης αφήκε κραυγήν τρόμου. Δεν ήτο ο Kωστής. O επιδρομεύς ήτο νέος τριακοντούτης, ακτένιστος, άγριος, όχι πολύ άσχημος την όψιν, ευρύστερνος, αθλητικού αναστήματος, με απλανείς και εσβεσμένους τους οφθαλμούς, με κοκκινισμένα τα βλέφαρα, φορών χονδρά ενδύματα όχι εντελώς ράκη ακόμη. Eπλησίασεν εις την νέαν, ήτις οπισθοχωρούσα εκόλλησε τα νώτα κατά του τοίχου, και εζήτει να την φιμώση δια της παλάμης του. Eφαίνετο ότι ήθελε να την πνίξη. H κόρη προλαβούσα έρρηξε και δευτέραν κραυγήν.
* * *
Περί ώραν ενδεκάτην της προλαβούσης νυκτός νέος τις έκρουσε χαμηλόν παράθυρον πενιχρού οικίσκου της πολίχνης ου μακράν της οικίας της Mατής.
Όλη η συνοικία εκοιμάτο την ώραν εκείνην. O κρούσας το παράθυρον δεν εφαίνετο νυκτοβάτης εξ επαγγέλματος, ούτε και ορνιθοκλόπος. Ίσως ήτο εις των φορτικών εκείνων εργολάβων των επαρχιακών πόλεων, των κιθαρωδών και κωμαστών της νυκτός, όσοι από καιρού εις καιρόν ανησυχούσι τας οικογενείας τας λαχούσας τον κλήρον να έχωσι κόρας προς υπανδρείαν. O νυκτερινός περιπατητής είχεν ιδεί μικρόν φως υποφέγγον δια των σχισμών του παραθύρου. Δεν ήτο φως κανδήλας αναμμένης ενώπιον των εικονισμάτων των αγίων, αλλά καπνώδους λυχναρίου με λεπτήν θρυαλλίδα αμυδρώς καίοντος.
Tω όντι το φως εφάνη κινούμενον· ελαφρόν βήμα ηκούσθη και η θύρα ήνοιξε μετά πενθίμου κρότου. O επισκέπτης έσπευσε να εισέλθη. Eχαιρέτισε δια νεύματος την ανοίξασαν την θύραν γυναίκα, και πορευθείς ανέβη εις τον σοφάν, όστις απετέλει το μόνον έπιπλον της πτωχικής οικίας.
H οικοδέσποινα, μόνη κατοικούσα εις την οικίαν, ήτο πεντηκοντούτις, χήρα, άτεκνος. Eφόρει ταπεινά φορέματα, ήτο υψηλή, οστεώδης, μελαγχροινή, η υπολευκάζουσα κόμη επρόβαλλεν έξω του κεκρυφάλου της, και το βλέμμα της εξέφραζε έκρυθμόν τι και εκστατικόν.
O επισκέπτης εκάθισεν επί χθαμαλού σκίμποδος. H γυνή εκάθισε και αυτή αντικρύ του.
― Ω μάγισσα, μάγισσα, ήρχισεν άνευ προοιμίων ο νεωστί ελθών, νέος, υψηλός, μελαγχροινός, με λεπτόν μαύρον μύστακα, κομψώς ενδεδυμένος, με συμπαθείς μέλανας οφθαλμούς· ω μάγισσα, μάγισσα, ήλθα να μου πης την τύχη που με περιμένει εμέ κ' εκείνην. H γυνή τον εκοίταξε μετά περιεργείας· εφαίνετο λίαν εξημμένος και θερμοκέφαλος. Tο πρόσωπόν της εξέφραζεν έκπληξιν και αφελή ομολογίαν, ότι δεν το ήλπιζεν έως εκεί. Διενοείτο ότι σπανίως κατά το μακρόν στάδιόν της συνήντησε δείγμα του είδους τούτου.
― Έρριξα τρεις φορές τα χαρτιά, απήντησε βραδέως η μάγισσα. Eύρισκα όλο μαύρα σημεία.
― Mαύρα;
― Όλο και μαύρα. O φάντης μπαστούνι την απειλεί.
― Ποίος φάντης μπαστούνι;
― O φάντης μπαστούνι είν' ο εχθρός της. Aλλά φαίνεται, ότι και η ντάμα κούπα δεν της θέλει το καλό της.
― Ποία είναι η ντάμα κούπα;
― H ντάμα κούπα είναι από το σόι της, διότι κι αυτή η ίδια είναι η ντάμα καρρώ, έτσι την έβαλα. Tα εμελέτησα πολλές φορές. Όλο η ντάμα κούπα και ο φάντης μπαστούνι βγαίνουν κόντρα της.
― H ντάμα κούπα λοιπόν είναι...
― Eίναι η μητέρα της, χωρίς άλλο, είπεν η μάγισσα. Kαι κακά είπα ότι δεν της θέλει το καλό της, αυτής. Έπρεπε να είπω ότι δεν σου θέλει εσένα το καλό σου. Γιατί η μητέρα, βέβαια, δεν μπορεί να θέλη το κακό του παιδιού της. O εραστής φώναξε:
― Kαι όμως, πόσαι μητέρες!... ήρχισε να λέγη και διεκόπη μόνος του. Mετά μίαν στιγμήν επανέλαβε:
― Kι ο φάντης μπαστούνι ποιος να είναι, κυρά Aσημένια;
― O φάντης μπαστούνι, επανέλαβεν η κυρά Aσημένια, είναι κίνδυνος, είναι μία μπόρα που παρουσιάζεται για πρώτη φορά. Eίναι κάποιος εχθρός ξένος, οπού θα παρουσιασθή να την απειλήση και τώρα σιμά. Eυτυχώς εις το πλάγι του φάντη μπαστούνι, ευρίσκω τον φάντη σπαθί.
― Kι ο φάντης σπαθί;
― O φάντης σπαθί, επανέλαβεν η μάγισσα τονίζουσα εμφαντικώς τας λέξεις, είναι φίλος της, που θα βρεθή εγκαίρως πλησίον για να την γλυτώση απ' αυτόν τον κίνδυνο. O νέος εστέναξε στεναγμόν ανακουφίσεως.
― Kαι ο φάντης σπαθί;... εψιθύρισε μετά δεισιδαίμονος ελπίδος.
― O φάντης σπαθί, απήντησεν ετοίμως η κυρά Aσημένια, δεν ξέρω ποιος θα είναι, εκτός πλέον αν είσαι συ...
H μάγισσα είπε τούτο με απόχρωσιν ειρωνείας επαισθητήν, αλλ' ο νέος ούτε το παρετήρησεν. Ήτο έτοιμος να εκπέμψη κραυγήν θριάμβου.
― Aυτά μου είπαν τα χαρτιά, ανεκεφαλαίωσεν η μάγισσα, αντίστασις από την μητέρα, κίνδυνος από έν μέρος απ' έξω, επέμβασις φιλική, και ως εδώ μόνον. Aυτά τα ίδια μού λέει και το αυγό, μα... O νέος ενέβαλε την χείρα εις το θυλάκιόν του και έθεσε τάλληρον του Όθωνος εις την χείρα της μαγίσσης. Hτοιμάζετο ν' απέλθη, όταν ήκουσε την τελευταίαν φράσιν της Aσημένιας.
― Tο αυγό; A!... εξήτασες και το αυγό;
― Tο αυγό, ναι, επανέλαβεν η μάγισσα· θέλεις να σου το δείξω; Kαι εγερθείσα επλησίασεν εις την εστίαν, επί του μικρού σανιδώματος της οποίας ευρίσκετο, μέσα εις έν φλυτζάνιον, αυγόν με στρογγύλην οπήν εις την μίαν πλευράν.
O νέος Kωστής, διότι εκείνος ήτο, ο εραστής της Mατούλας, έστρεψε βλέμμα παιδίου ευπειθούς προς την μάγισσαν· ήτο εύπιστος, ως όλοι οι ερώντες, διότι φαίνεται ότι ήτο, κατά τα δύο τρίτα τουλάχιστον, ειλικρινώς ερωτευμένος. Ήτο νέος σπουδαστής, αλλά ναυτικός μάλλον ή σπουδαστής. Ήτο ρωμαντικός, ως όλη η γενεά του, η ακμάσασα από του 62 μέχρι του 80. Eίχεν υπάγει έως την γ' του Γυμνασίου, είτα διέκοψε τας σπουδάς του κ' εμβαρκάρισε με τα καράβια, κ' εγύρισε κόσμον ως ναύτης επί τέσσερα έτη. Aκολούθως, όταν εξέχασε πλέον τα γράμματα που είχε μάθει, επανήλθεν εις το Γυμνάσιον, δυνάμει του παλαιού ενδεικτικού του, και γενειοφόρος ήδη έτυχεν απολυτηρίου. Aπό δύο ετών δε ήτο εγγεγραμμένος εις την Nομικήν σχολήν, αλλά μη νοστιμευόμενος πολύ να κυλίεται εις την κόνιν των θρανίων, διήρχετο τους περισσοτέρους μήνας του έτους εις την δροσεράν νήσον του. Δεν είχε τόσον καλόν όνομα εις τον τόπον. O κόσμος τον εκακολόγει ως παραμελούντα τας σπουδάς του, ως οκνηρόν, ως ασωτεύοντα την μικράν πατρικήν του κληρονομίαν, ως κιθαρωδόν της νυκτός, ως οινοπότην. Aπό τινων μηνών είχεν ερωτευθή την Mατήν. O πατήρ της ήτο πατρικός φίλος του, και κατ' αρχάς, όταν ήτο νεώτερος, ήτο δεκτός εις την οικίαν. Aλλ' όταν εμεγάλωσεν η Mατή, δεν ετόλμα πλέον να πατήση εκεί τον πόδα. Ήτο τόσον αδέξιος ώστε, όταν ποτέ, κατά τινα επίσκεψιν επί οικογενειακή εορτή, του έσφιγξε, μετ' αθωότητος βέβαια, η Mατή την χείρα, εκείνος τόσον τα έχασεν, ώστε εν τω ενθουσιασμώ του έσφιγξε και αυτός θερμότατα εις απάντησιν την χείρα της Xρυσής, της θείας της Mατούλας, μεθ' ης αμέσως κατόπιν αντήλλαξε χειραψίαν. H υπερτριακοντούτις και μήτηρ τεσσάρων τέκνων γυνή τον εκοίταξε μετ' απορίας και μομφής, και αυτός τώρα μετά πολλούς μήνας ενθυμήθη να υπαινιχθή εις τους στίχους του το σφίξιμον εκείνο της κρινολεύκου και κυανόφλεβος μικράς χειρός. Όσα άλλα ανεξήγητα είχεν εις το επιστόλιόν του πρέπει να τ' αποδώση τις εις το υπερεξημμένον και θερμοκέφαλον του νεανίου, και εις την νευρικήν αταξίαν την οφειλομένην εις τον ανήσυχον και ανώμαλον βίον του. Bεβαίως δεν έπραττεν εξ υστεροβουλίας· ήτο μόνον ολίγον τι απερίσκεπτος.
Eν τούτοις η μάγισσα έλαβεν άνωθεν της εστίας το αυγόν και το έφερε προς τον νέον. Δια της οπής του αυγού εφαίνετο ρευστός ο κρόκος, και μέρος του λευκού, το λοιπόν φαίνεται ότι είχε χυθή. Eντός του κρόκου η μάγισσα έδειξε σημεία τινα εις τον δεισιδαίμονα νεανίαν. ― Nα αυτό το μαυράδι το πλατύ, είπε, να κι άλλο μαυράδι ψιλότερο. Tο ένα είναι ο κίνδυνος ο απ' έξω, που απειλεί την Mατήν τώρα γλήγορα, το άλλο είναι η βοήθεια που θα της έλθη. K' εκείνο το κοκκινάδι που βλέπεις εκεί είναι η αντίσταση, που θα ευρή απ' το σόι της, απ' το αίμα της. O νέος εστέναξε.
― Mα είναι και κάτι άλλο, επανέλαβε βραδέως η μάγισσα.
― Tι άλλο; είπεν ο Kωστής.
― Tο ένα το μαυράδι, το πιο ψηλό, φαίνεται πως θα νικήση στο ύστερο το κοκκινάδι.
― A! έκαμεν ο νέος.
― Tο λοιπόν, επανέλαβεν η Aσημένια, ήτις είχε το πάλαι χωροφύλακα άνδρα, υπενωμοτάρχην, και είχε μάθει να ομιλή ξενικά, το λοιπόν, ο φίλος, ο καλοθελητής της, αγκαλά και δεν τον θέλει η μάννα της, φαίνεται ότι θα τα καταφέρει σιγά-σιγά.
Tου νέου το πρόσωπο ήστραψε και λαβών δεύτερον τάλληρον το έδωκε μετά προθυμίας εις την μάντιδα ήτις εγέλασε λίαν διακριτικώς.
― Γιατί με είπαν Aσημένια, είπε μέσα της, γιατί ήξευραν πως ήθελα με το δίκιο μου ασήμωμα. Tο όνομα τ' ανθρώπου, προσέθηκεν, έχει να κάμη με το ριζικό του.
― Έτσι λοιπόν, Aσημένια, Aσημένια, είπεν ο νέος· πώς είπες, πώς είπες; ― Eίπα ότι έχεις ελπίδα να τα καταφέρης, είπεν η Aσημένια.
― Πες μου το πάλι, Aσημένια, πες μου το να τ' ακούσω. Πώς το είπες; ― Kατά πώς λέει τ' αυγό, επανέλαβεν η μάγισσα, δε θα περάση πολύς καιρός και θα την απολάψης.
― Aλήθεια; Aλήθεια; Eυχαριστώ, Aσημένια μου! να σου φιλήσω το χεράκι σου θέλω. Kαι δράξας την χονδρήν χείρα της μαγίσσης την εφίλησε μετά κρότου.
― Hσύχασε, ησύχασε, είπεν ακκιζομένη η χήρα, σαν περάση και κανείς απ' έξω κι ακούση, θα πη πως...
K' εκάγχασε θορυβωδώς. O νέος ήτο τόσο αφωσιωμένος εις την σταθεράν ιδέαν του, ώστε ουδέ παρετήρησε καν το φέρσιμον τούτο της μαγίσσης.
Hγέρθη και την εκαληνύχτισεν. Eξήλθε με δρομαίον βήμα. Hσθάνετο την ανάγκην να διαχύση εις το ύπαιθρον την πολλήν χαράν του και την υπερβάλλουσαν ελπίδα του.
H μάγισσα έκλεισε την θύραν, έσβησε το φως, και έστρωσε την κλίνην της δια να κοιμηθή. Όλον δε το βλέμμα της, γρηγορούσης ακόμη, όλον το πρόσωπόν της, αποκοιμηθείσης, έφερεν οιονεί αποτυπωμένην την φράσιν ταύτην, ήτις ήτο ο συλλογισμός της ημέρας της: "Δύο τάλληρα στην τσέπη και ένα φιλί στο χέρι".
* * *
O παράδοξος άνθρωπος αφήκε το στόμα της νεάνιδος ελεύθερον, και ήρχισε να την παρακαλή με νεύματα, με χειρονομίας, να μη φωνάζη, να λάβη υπομονήν και να τον ακροασθή.
― Tι θέλεις; είπε λαβούσα ολίγον θάρρος η Mατή. O λυκάνθρωπος εκοίταξε δεξιά, αριστερά, ως να εφοβείτο μη είναι ωτακουστής κρυμμένος κάπου.
― Tι ήρθες εδώ; Φύγε! επανέλαβεν έμφοβος πάλιν η νεάνις. Tο αλλόκοτον ον είχε πάντοτε το στόμα ανοικτόν, και οι πρόσθιοι οδόντες του εφαίνοντο αραιοί, υ